Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2019

«Ο τρόμος επλανατο επί του ΔΕΔΕ-ΑΓΑΤΣ»
Οι ωμότητες του Νοεμβρίου του 1912

Η κατάληψη της Αλεξανδρούπολης, τότε Δεδεαγατς, από τους Βουλγάρους το 1912, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, σηματοδοτεί το τέλος του Οθωμανικού, κοσμοπολιτικού και πολυεθνικού Δεδεαγατς, ή όπως εύστοχα έχει επισημανθεί από ιστορικούς, την αρχή της μετάβασης της πόλης μας από την αυτοκρατορία στο Εθνικό κράτος. Αποτέλεσε φυσικά η κατάληψη αυτή και την απαραίτητη προϋπόθεση για την ενσωμάτωση της πόλης μας στον Εθνικό κορμό της μητέρας Ελλάδος, αφού εάν δεν είχε προηγηθεί η Βουλγαρική κατοχή τότε πολύ πιθανόν να είχε επιστραφεί στην Τουρκία με τη συνθήκη της Λωζάνης. Αυτή λοιπόν η κατάληψη στις 6/19 Νοεμβρίου 1912 σημαδεύτηκε από ωμότητες κομιτατζήδων σε βάρος Οθωμανών, κατοίκων ή προσφύγων, που εγκλωβίστηκαν μετά την έναρξη των εχθροπραξιών στην μικρή πόλη του Δεδεαγατς. Τα έκτροπα αυτά διήρκεσαν σύμφωνα με τις μαρτυρίες επί οκτώ ημέρες και σταμάτησαν με την είσοδο στην πόλη του τακτικού Βουλγαρικού στρατού.
Εντωμεταξύ στις 15 Νοεμβρίου 1912 (π. ημ.) κατέπλευσαν στην πόλη μας 17 επιταχθέντα Ελληνικά ατμόπλοια που μετέφεραν μια βουλγαρική ταξιαρχία από τη Θεσσαλονίκη με τη συνοδεία Ελληνικών πολεμικών-θωρηκτών και τορπιλοβόλων.
«Παραπομπή Βουλγάρων στο ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ.»
Στην Παρισινή έκδοση του «Κήρυκος της Νέας Υόρκης» διαβάζουμε σχετικά με την επιχείρηση αυτή:
«Ο ανταποκριτής ετηλεγράφει από το Δεδεαγατς ότι «αι στρατιωτικαί και ναυτικαί επιχειρήσεις ήρχισαν αυτόθι εν συνδυασμώ. Ο Βουλγαρικός στρατός μετά του ιππικού, βοών και μεγάλης προμηθείας υλικού εκστρατείας, μεταφερθείς εκ Θεσσαλονίκης δια Ελληνικών πλοίων, απεβιβάσθη κροτούντων των τηλεβόλων του Ελληνικού στόλου προς χαιρετισμόν της Βουλγαρικής σημαίας.Ο Ελληνικός στόλος συνώδευε την μεταφοράν μέχρι του λιμένος του Δεδεαγατς. Η θάλασσα ήτο γαληνιαία. Η μοίρα έφθασε προ του Δεδεαγατς περί την 5ην πρωινήν ώραν της Τετάρτης. Εις τον λιμένα ήτο ηγκυροβολημένον το Γαλλικόν καταδρομικόν «Ζουριέν δε λα Γκραβιέρ» (JURIEN DE LA GRAVIERE), το οποίον μόλις εισήλθεν η μοίρα του Ελληνικού στόλου παρατεταγμένη κατά μέτωπον εχαιρέτισε δια κανονιοβολισμών την σημαίαν της ναυαρχίδος και μετ’ολίγον ανεχώρησε»
«Jurien de la Gravière.»
Προτού όμως έρθει ο Ελληνικός στόλος με τα μεταγωγικά πλοία, ήρθε λίγο μετά το μεσημέρι της 11-11-1912 (π.ημ.) το αντιτορπιλικό «ΒΕΛΟΣ» για να συλλέξει πληροφορίες και να κατοπτεύσει το λιμάνι του Δεδεαγατς, ενόψει της σχεδιαζόμενης επιχείρησης. Στην εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ», 1914 δημοσιεύθηκε σε συνέχειες «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ» (1912-1913) όπου στα φύλλο της 11-5-1914 (π.ημ.) και της 12-5-1914 (π.ημ.) αναφέρεται χαρακτηριστικά η εμφάνιση του αντιτορπιλικού «ΒΕΛΟΣ», με κυβερνήτη τον πλοίαρχο Βρατσάνο έξω από το λιμάνι της πόλης τις κρίσιμες εκείνες ώρες:
«Το «Βέλος» αποπλεύσαν εκ του εν Μούδρω ορμητηρίου την πρωίαν της 11ης Νοεμβρίου ηγκυροβόλησε μικρόν μετά την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας εις τον όρμον του Δεδεαγατς. Η κατάστασις εις ην διετέλει από δυο ημερών η θρακική αύτη πόλις είνε αξία περιγραφής. Σώμα αποτελούμενον εξ εκατοντάδος μόλις ατάκτων Βουλγάρων, άνευ αρχηγού είχεν εισβάλει εις την πόλιν δια νυκτός, της τουρκικής φρουράς εκ πλήρους τάγματος καταληφθείσης υπό πανικού και εγκαταλειψάσης της θέσιν αυτής ευθύς ως ηκούσθη η πρώτη έκρηξις χειροβομβίδος, δι ων συνήθως ήσαν ωπλισμένα τα ανταρτικά βουλγαρικά σώματα. Επί διήμερον δε επηκολούθησαν σκηναί φρίκης, ανώτεραι πάσης περιγραφής. Τετρακόσιοι περίπου Τούρκοι εσφάγησαν εις τα οδούς της πόλεως ή εις τας οικίας των, παραβιασθείσας υπό των Βουλγάρων. Το μουσουλμανικό της πόλεως τέμενος, ανετινάχθη δια βόμβας, η δε τουρκική συνοικία επυρπολήθη, κατεδαφισθέντων μέχρις εδάφους και αυτών ακόμη των γυμνών των οικιών τοίχων, των διασωθέντων ορθίων εκ της πυρκαιάς. Ήτο δε λυπηρό αληθώς το θέαμα των ατυχών μουσουλμανίδων, αίτινες ανέστιοι, ανευ συζύγων και υιών και πατέρων, περισυνελέγησαν υπό του μητροπολίτου Αίνου Ιωακείμ, τινές μεν εντός των ελληνικών σχολείων και των καταστημάτων της Μητροπόλεως, αι δε λοιπαί εντός αθλίας τινός και βορβορώδους αυλής δημοσίου οικοδομήματος, του μόνου διασωθέντος τουρκικού κτιρίου μετά την πυρκαιάν ήτις διαρκούσα από διημέρου εν τη πόλει, εκάπνιζεν έτι κατά την στιγμήν της εν τω όρμω αγκυροβολίας του ημετέρου αντιτορπιλλικού «ΒΕΛΟΣ» όπερ ως είπομεν προλαβόντως εστάλη υπό του ναυάρχου Κουντουριώτου προ κατόπτευσιν και συλλογήν πληροφοριών. Άμα τη αγκυροβολία του «Βέλους» λέμβος μεγάλη από του λιμενίσκου Δεδε-αγατς απάρασα παρα το υμέτερον αντιτορπιλικόν. Της λέμβου ταύτης επέβαινεν ο Μητροπολίτης Αινου Ιωακείμ, οι εν Δεδε-αγατς πρόξενοι των δυνάμεων και οι θρησκευτικοί αρχηγοί των εν τη πολει μουσουλμάνων κατοίκων, ο Αρχιραββίνος και ο Βούλγαρος ιερεύς, ο Τούρκος Μουφτής είχε συμμερισθεί την τύχη των ομοθρήσκων του ,οίνινες έσφάγησαν ηβηδόν. Επί τη θέα του ημετέρου αντιτορπιλικού έσπευσαν πάντες ούτοι εκληπαρούντες επέμβασιν προς σωτηρίαν της πόλεως και προς κατάπαυσιν των σφαγών,της λεηλασίας και της πυρκαιάς διότι εις την πόλιν εξηκολούθει έτι η δημιουργηθείσα εκ των ελευθερωτών (!) Βουλγάρων κατάστασις, ενώ αφ΄ετέρου νέος κίνδυνος επεκρέματο επί των κεφαλών των άτυχων χριστιανών κατοίκων, οίτινες ομολογουμένως δεν είχον πάθει τι μέχρις εκείνης της στιγμής εκ των βουλγάρων ,εξαντλησάντων όλην αυτών την λύσσαν και όλην την προς την λεηλασίαν βουλιμίαν εναντίων μόνον των μωαμεθανών κατοίκων της πόλεως. Ο Γιαβέρ-πασσας άγων τα υπολείμματα τουρκικού στρατιωτικού σώματος φεύγοντες ενώπιον των προελαυόντων βουλγαρικών στρατευμάτων υπεχώρει προς τα ανατολικά της Θράκης μέρη ,ελπίζων να κατορθώση την διάβασιν του ποταμού Εβρου και να διασωθή ενούμενος μετα του εν Καλλιπόλει τουρκικού στρατού. Εν τη υποχωρήσει όμως αυτού ταυτη ο Γιαβέρ-πασσας συνεπλήρου το έργον των ατάκτων βουλγαρικών σωμάτων, πυρπολών τα καθ οδόν συναντάμενα χριστιανικά χωριά ων οι καπνοί της πυρπολήσεως αναθρώσκοντες συνεχώς επί των υπερκείμενων του δεδε-αγατς γηλόφων ανήγγελλον εμφανώς την προσεχή άφιξιν του υποχωρούντος τουρκικού σώματος οπερ διερχόμενον δια της πόλεως του Δεδε-αγατς ης η τουρκική συνοικία είχεν ήδη πυρποληθή και καταρριφθή μέχρις εδάφους ως είπομεν υπό των βουλγάρων ,θα εφηρμοζεν ασφαλώς ως αντίποινον παρεμφερή η και χείρονα μέτρα εναντίον της πολυαριθμωτέρας και ανθηροτάτης ελληνικής συνοικίας.-
«Σφαγή των Οθωμανών.»
Η ΑΓΩΝΙΑ ΕΝ ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ
Αι διαταγαί όμως του ναυάρχου Κουντουριώτου περιόριζαν την ενέργεια των απεσταλμένων εις δεδε-αγατς δια του ΒΕΛΟΥΣ ημετέρων αξιωματικών οίτινες άλλως ουδέ δύναμιν αρκούσαν προς υπερασπισιν της κινδυνευούσης πόλεως διέθετον η μόνο συνδρομή ην παρεσχον εις τους ατυχείς και απεγνωσμένους κατοίκους υπήρξεν η μέχρι και πέραν του μεσονυκτίου επιδεικτική φωτοβολία των ηλεκρικών προβολέων του ημετερου αντιτορπιλικού, ητις ίσως συνετέλεσεν εις αποσόβησην εισβολής των υποχωρούντων τουρκικών στρατευμάτων εν τη παραλιακή του Δεδε-αγατς πόλει. Ειναι αξιαι ιδιαιτέρας αναγραφής αι αφηγήσεις των ημετέρων αξιωματικών οίτινες πρώτοι επεσκεφθησαν τότε την ατυχή ταύτην υπο Ελληνων συνοικισθείσα κατά το έτος 1878 και υπό Ελληνων κατοικουμένην κατά τα οκτώ δέκατα του πληθυσμού αυτής μέχρι της εποχής ης τας περιπετείας αφηγούμεθα θρακικήν πόλην. Oι Ελληνες κάτοικοι της πόλεως-Τούρκοι δεν υπήρχον πλέον εν τη πόλει από δύο ημερών-ηρώτων εναγωνίως περι της μελλούσης αυτών τύχης. Αυτός ετι ο Μητροπολίτης Αίνου Ιωακείμ εις την χριστιανική παρέμβαση του οποίου οφείλετο η διάσωσις των γυναικοπαίδων των τούρκων κατ ιδίαν λαβών τον πλοίαρχον Βρατσάνον ηρώτα αυτόν με τους οφθαλμούς πλήρεις δακρύων δια να πληροφορηθή αν η πόλις θα κατελαμβάνετο υπό των ημετέρων στρατευμάτων η υπό των βουλγαρικών. Η απροσδόκητος έκρηξις της βαλκανικής καταιγίδος και η ταχεία εξέλιξις των πολεμικών κατορθωμάτων των συμμάχων ,εκράτουν εις διαρκή ανησυχίαν και αγωνίαν τους ελληνικώτατους της θράκης πληθυσμούς περί της μελλούσης πολιτικής αυτών τύχης. Η θεωρία της «σπονδυλικής στήλης» είνε αληθές ότι δεν είχεν εξαγγελθή, πάντες δε διετήρουν αμυδράν μεν πλήν δικαίαν κατά την κρίσιν των την ελπίδα της απελευθερώσεως αυτών υπό του τουρκικού ζυγού συμφώνως προς τας εθνικάς προσδοκίας. Αλλ΄εις ερώτημα οίον το του Μητροπολίτου Αίνου παν άλλο ή αρμόδιοι ήσαν προς απάντησιν οι υπό του ναυάρχου απεσταλμένοι αξιωματικοί οίτινες εγνώριζον κάλλιον παντός άλλου ότι ασχέτως προς πάσαν άλλην εν θράκη κίνησιν των βουλγαρικών στρατευμάτων ,σκοπός της αποστολής αυτών ήτο η λήψις πληροφοριών δια την όσον οίον τε ασφαλεστέραν διαπόντιον μεταφορά ολόκληρου βουλγαρικής ταξιαρχίας από Θεσαλονίκης εις Δεδεαγατς. Αλλως τε αι δεδηλωμέναι διαθέσεις των τότε συμμάχων ημών εισβαλλόντων δι απάτης εν Θεσσαλονίκη και παραμενόντων ετι εν τη πόλει τάυτη πάν άλλο ή ευοιωνοι δια την μέλλουσαν τύχην των θρακικών πόλεων ηδυνατο να είναι».-
Το θέμα των ωμοτήτων απασχόλησε τον Ελληνικό αλλά και τον Διεθνή Τύπο για αρκετό καιρό μετά.
Στην εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» της 14-11-1912 (π.ημ.) δημοσιεύθηκε ανταπόκριση από την Κωνσταντινούπολη με ημερομηνία 13-11-1912 ότι «Το Γαλλικόν καταδρομικόν «JULIEN DE LA GRAVIERE» απέπλευσεν εις Δεδεαγατς όπου λέγεται ότι εξερράγησαν ταραχαί». Η ίδια είδηση δημοσιεύθηκε και στους NY TIMES της 27-11-1912 (ν.ημ.) και στον Ελληνικό ΧΡΟΝΟ της 17-11-1912 (π.ημ).-
Στην Αυστραλιανή εφημερίδα “RIVER ARGUS” στο φύλλο της 3-12-1912 αναφέρεται η εξής δημοσίευση:
«Άγρια αντίποινα. Μια ομάδα από 130 βούλγαρους κομιτατζήδες κατέλαβαν το Δεδεαγατς. Ένας πυροβολισμός από ένα τζαμί με υψωμένη λευκή σημαία είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο αρχηγός των Βουλγάρων και ακολούθησε σφαγή. Το τζαμί κατεδαφίστηκε με βόμβες και η τουρκική συνοικία λεηλατήθηκε ενώ 500 μουσουλμάνοι πυροβολήθηκαν επιτόπου».-
«Βουλγαρικές θηριωδίες.»
Στο φύλλο της 2ας Απριλίου 1913 της εφημερίδας της Καινιξβέργης δημοσιεύθηκε η από 24 Μαρτίου (1913) αναφορά Γερμανού ναυτικού για τα εν λόγω γεγονότα
«…Την τετάρτην μεσημβρινήν ώρα αφίκοντο αυτόθι 150 κομιτατζήδες. Εύρον φρουράν τελείως απροετοίμαστον και πλείστους εχθρικώς προς αυτήν διατεθειμένους βοηθούς. Εις τον σταθμόν αντέστησαν αυτοίς τω όντι Τούρκοι στρατιώται καταβληθέντες αμέσως και ήδη κατά την ακμήν της μάχης παρήχθη τρομερά σφαγή, ην ούτε γυναίκες, ούτε παιδία διέφυγον…..»
Το θέμα των ωμοτήτων στο Δεδεαγατς έφτασε και στην Βουλή των Κοινοτήτων της Μεγάλης Βρετανίας από τα πρακτικά της οποίας μαθαίνουμε ότι στις 28-1-1913 ο συντηρητικός Ιρλανδός Βουλευτής Walter Guinness (1880-1944) ερώτησε τον υπουργό των εξωτερικών Edward Gray (1862- 1933),
«αν τα ακόλουθα εικαζόμενα γεγονότα σε σχέση με την κατάληψη του Δεδεαγατς από τους Βούλγαρους έπεσαν στην αντίληψη του, ότι δηλαδή πάνω από 50 σπίτια με τους κατοίκους τους και ένα τζαμί που περιείχε 300 πρόσφυγες ανατινάχθηκαν με δυναμίτη, ότι 3000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά σφάχθηκαν κατά τη διάρκεια 13 ημερών, ότι στο γειτονικό χωριό των Φερών (Ferejik) πάνω από 500 μουσουλμάνοι δολοφονήθηκαν, επίσης αν θα ζητήσει αναφορά από το Βρετανό υποπρόξενο στο Δεδεαγατς και εφόσον αυτές οι δηλώσεις αποδειχθουν αν θα κάνει (ο υπουργός) επείγουσα παράσταση διαμαρτυρίας στη Βουλγαρική κυβέρνηση να βάλει τέλος σε τέτοιου είδους ωμότητες».Ο Βρετανός υπουργός των εξωτερικών απάντησε διπλωματικά: «Όπως ανέφερα σε προηγούμενη απάντηση στις 9 Ιανουαρίου, οι αναφορές αναφορικά με το σεβασμό των μουσουλμάνων κατοίκων των κατεχόμενων από τους Σέρβους και τους Βούλγαρους περιοχών δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αυθεντικές στις λεπτομέρειες. Ενόψει όμως των προσφάτων πληροφοριών που δείχνουν ότι οι αναφορές δεν ήταν χωρίς καμία βάση , προέβην στην ενέργεια που ανέφερα στην από 16 Ιανουαρίου απάντηση μου…Προς το παρόν τίποτα δεν έχω να προσθέσω εκτός από το ότι ο Βούλγαρος Πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι καμία βιαιοπραγία δεν διεπράχθη από τον Βουλγαρικό τακτικό στρατό και ότι κάθε τέτοια ενέργεια από ομάδες βουλγάρων ήταν αντίθετη με τις ισχύουσες οδηγίες του Στρατηγείου».-
«Σφαγή Οθωμανών.»
Στο βιβλίο που εξέδωσε το 1913 ο Κωνσταντίνος Φαλταιτς (1891-1944), γνωστός δημοσιογράφος και λογοτέχνης που στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων κάλυψε δημοσιογραφικά τις επιχειρήσεις πάνω από τον Αβέρωφ, με τίτλο «Τα ανέκδοτα του Ναυάρχου Κουντουριώτου» βρίσκουμε το εξής απόσπασμα που αντέγραψε από το ημερολόγιο ενός ναύτη όσα εκείνος είχε σημειώσει από τη δική του σκοπιά:
«ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟAπο τό ημερολόγιον του ναύτου γραφέως Άσωνίτη: «-..15 Νοεμβρίου. — Εις τον «Άβέρωφ», εύρισκομενον εις Δεδεαγάτς, άνέβησαν τριάντα Βούλγαροι στρατιώται ινα ιδωσι το πλοίον, εις δε έξ αυτών είχε το ξίφος του γεμάτο αίμα. Εις τας 4.45 είδομεν εις τήν ξηράν καπνόν, ερωτήσαντες δε ένα Βούλγαρον στρατιώτην, έλάβομεν τήν απαντησιν, ότι. από χθες άρχισαν να καίουν ολας τας τουρκικάς οικίας και εκκλησίας. Ό ίδιος, μου διηγήθη οτι προχθές το εσπέρας, ήλθον 15000 βουλγαρικού στρατού εις Δεδεαγάτς και περιεκύκλωσαν 9 χιλιάδας τουρκικόν στρατόν ο όποιος και παρεδόθη. ’Από αυτούς μετά την παράδοσιν εσφαξαν 3000 στρατιώτας.»
Ο Ιταλός δημοσιογράφος Luciano Magrini (1885-1957) επισκέφθηκε την πληγωμένη πόλη, ως πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας “Il Secolo” του Μιλάνου μαζί με τον Γάλλο Συνταγματάρχη κ. Lepidi, που ήταν μέλος της Γαλλικής στρατιωτικής αποστολής στην Ελλάδα και από το Δεδεαγατς τηλεγράφησε στην εφημερίδα του στις 16/29 Ιουλίου 1913 τα εξής: 
«Ηρώτησα τον Μητροπολίτην και τας θρησκευτικάς Αρχάς των Μουσουλμάνων, επίσης τον Γάλλον Υποπρόξενον κ. Τασελά. Η διήγησις αυτών περι των ωμοτήτων των διαπραχθεισών υπό των Βουλγάρων στρατιωτών και Αξιωματικών εμποιεί αλγεινήν εντύπωσιν. «Όταν οι Βούλγαροι κατέλαβον το Δεδέ–Αγατς, μας αφηγείται ο Πρόξενος της Γαλλίας, οι Βούλγαροι κομιτατζήδες κατέσφαξαν ανα τας οδούς 500 Μουσουλμάνους, εν οις και πολλάς γυναίκας. Επί τέσσερας ημέρας τα πτώματα έμειναν εις τας οδούς και οι Πρόξενοι ηναγκάσθηκαν να επέμβωσι και να σχηματήσωσιν Επιτροπήν , ίνα θάψη τα πτώματα και προληφθή ούτως ο κίνδυνος επιδημίας. Κατά την πρώτην περίοδον της κατοχής οι Μουσουλμάνοι υπέστησαν παντοειδείς βιαιοπραγίας εκ μέρους του Βουλγαρικού στρατού, κατά την δευτέραν περίοδον ήλθεν η σειρά του Ελληνικού πληθυσμού. Από 15 ημερών ο τρόμος επλανάτο επί του Δεδέ-Αγάτς»
O Κώστας Γεραγας, αναπληρωτής Γενικός Διοικητής Θράκης στο βιβλίο του «Αναμνήσεις εκ Θράκης 1920-1922», έγραψε για τα ανωτέρω γεγονότα όπως του τα αφηγήθηκαν το 1920, στα ερείπια του καταστραφέντος τζαμιού, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της πόλης μας:
«Επι τη προσεγγίσει του βουλγαρικού στρατού εις το Δεδε Αγατς αι τουρκικαί αρχαί εγκατέλιπον την πολιν και ετράπησαν προς συνάντησιν του εκ Γκιουμουλτζινης υποχωρούντος τουρκικού στρατού. Εις το Δεδε Αγατς τότε εκτός των εντοπίων τούρκων, των οποίων ο αριθμός δεν υπερέβαινε τους 500, είχον καταφύγει και περί τους 800 εισέτι Μουσουλμάνοι, ιδία γυναικόπαιδα, εκ Δράμας και Γκιουμουλτζίνης και των πέριξ προς επιβίβασιν δια Κωνσταντινούπολιν και Σμύρνην. Οι πλείστοι τούτων ήσαν τοποθετημένοι εις το τουρκικόν σχολείον, ιδίως δε εις το τζαμίον, κείμενο σχεδόν εις το κέντρον της πόλεως.

Την εσπέραν της 6 Νοεμβρίου 1912 σώμα εξ 120 κομητατζήδων, πρωτοπορεία τακτικού στρατού, εισήλασε δια τριών σημείων εις την πόλιν. Οι κομιτατζήδες οδηγούμενοι και βοηθούμενοι και παρ’εγχωρίων Βουλγάρων προέβησαν κατά την νύκτα εκείνην και τας δυο επομένας ημέρας εις συστηματικήν κρεούργησιν των Τούρκων και λεηλασίαν της κινητής αυτών περιουσίας. Προχωρούντες από οικίας εις οικίαν έφτασαν και εις το τζαμίον. Εκει αφού απεγύμνωσαν όλους και δεινως εκακοποίησαν τας οθωμανίδας, ανετίναξαν με βόμβας το τζαμίον, υπό τα ερείπια του οποίου ετάφησαν όλοι οι εντός αυτού στεγαζομενοι. Εις ουδένα επι απειλή τυφεκισμού επετρέπετο να πλησιάση και ανασύρει εκ των ερειπίων πολλούς ημιθανείς, των οποίων αι οδυνηραί επικλήσεις εξέσχιζον τα καρδίας των ακουόντων. Οι φόνοι και η λεηλασία εξηκολούθησαν καθ’όλην την νύκτα παρεβιάσθησαν όλαι αι τουρκικαί οικίαι ιδίως δε αι των προκρίτων και των ευπόρων. Αι Οθωμανίδες έγιναν αντικείμενα πάσης ύβρεως και ατιμώσεως, πολλαί δε υπο τα όμματα συζύγων και οικείων, ως συνέβη με το δικηγόρον Τζεμάλ Βέην, οστις υπεχρεώθη να παρακολουθήση την σκηνήν του μαρτυρίου της κόρης του κρατών ανημμένας λαμπάδας.- Μόνον όσοι Τούρκοι προέλαβον και εζήτησαν άσυλον εις την Μητρόπολιν, τα πλησίον αυτής σχολεία και εις ελληνικάς οικογένειας διέφυγον τον κίνδυνον.Τας ωμότητας διεπίστωσε και προσωπική επι τόπου άμεσος έρευνα των αξιωματικών του καταπλεύσαντος γαλλικού πολεμικού «Julien de la Graviere», οι οποίοι έλαβον φωτογραφίας θυμάτων και ερειπίων. Μετά τινάς ημέρας ήλθον ανταποκριταί ευρωπαικών εφημερίδων, εν οις ο Μαγκρίνι του «Εσπερινού Ταχυδρόμου» και άλλοι Γάλλοι, οι οποίοι κατήγγειλαν τας θηριωδίας εις τον πεπολιτισμένον κόσμον. Ο Μαγκρίνι υπελόγισεν εις 500 τους κρεουργηθέντας Τούρκους.Είχε μείνει όρθιος και μετά τας καταστροφάς ταύτας ο μιναρες ενός τζαμίου. Κατεκρήμνισαν και τούτον, το δε τζαμίον μετέβαλον εις εκκλησίαν, όπου ελειτούργει ο Βούλγαρος παπα Θεόδωρος, μέχρι της καταλήψεως της πόλεως υπο του ελληνικού στρατού κατά το θέρος του 1913…».
Το Ίδρυμα για τη Διεθνή Ειρήνη Carnegie Endowment for International Peace (CEIP), που είναι η παλαιότερη δεξαμενή σκέψης για την εξωτερική πολιτική και ιδρύθηκε στις ΗΠΑ το 1910, δημοσίευσε το 1914 μια Έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής για τις αιτίες και τη διεξαγωγή των Βαλκανικών Πολέμων, που το ίδιο το Ίδρυμα συνέστησε. Μέλη της Επιτροπής ήταν οι: Dr. Josef Redlich, Καθηγητής Αστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης (Αυστρία), Baron d'Estournelles de Constant, γερουσιαστής (Γαλλία), M. Justin Godart, νομικός και μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων (Γαλλία), Dr. Walther Schiicking, Καθηγητής στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου του Μάρμπουργκ (Γερμανία), Francis W. Hirst, εκδότης του The Economist (Μεγάλη Βρετανία), Dr. H. N. Brailsford, δημοσιογράφος (Μεγάλη Βρετανία), Professor Paul Milioukov, μέλος της Ντούμας (Ρωσία), Dr. Samuel T. Dutton, Καθηγητής στο Teachers’ College του Πανεπιστημίου Κολούμπια (Η.Π.Α.). Η Επιτροπή πήγε στα Βαλκάνια στις αρχές Αυγούστου του 1913 και παρέμεινε μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου. Αφού επέστρεψαν στο Παρίσι, όλο το υλικό επεξεργάστηκε και κυκλοφόρησε με τη μορφή λεπτομερούς έκθεσης. Η έκθεση αυτή περιείχε καταθέσεις και συνεντεύξεις αυτοπτών μαρτύρων από τη σύγκρουση. Αναφορικά με τις ωμότητες στο Δεδεαγατς η Επιτροπή τις χαρακτήρισε ως «μια μικρή σφαγή» που είχε «διογκωθεί υπερβολικά στον Τύπο» και τις απέδωσε «στη χαμηλή τάξη του χριστιανικού πληθυσμού (Έλληνες και Αρμένιους) με τη βοήθεια κάποιων Βούλγαρων στρατιωτών της Μακεδονικής λεγεώνας, οι οποίοι τυχαία εγκαταλείφθηκαν στην πόλη χωρίς κανένα αξιωματικό.». Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι με την ονομασία «Μακεδονική» Λεγεώνα, αναφέρεται ένα εθελοντικό σώμα αποτελούμενο από Σλαβομακεδόνες, που έδρασε κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους στα βουνά της Ροδόπης και τη Δυτική Θράκη μαζί με τον τακτικό Βουλγαρικό στρατό. Η Έκθεση λοιπόν περιέχει δυο μαρτυρίες. Η πρώτη ήταν του υπολοχαγού R. Wadham Fisher, βρετανού εθελοντή στο 5ο τάγμα της «Μακεδονικής» Λεγεώνας ο οποίος εξήγησε τις συνθήκες της σφαγής που συνέβη στο Δεδεαγατς:
«Μια απότομη μάχη έλαβε χώρα έξω από την πόλη μεταξύ της λεγεώνος και του στρατού του Javer Pacha, οπουδήποτε τα τουρκικά χωριά έδειχναν λευκή σημαία τα στρατεύματα μας απαγορεύονταν να περάσουν μέσα από αυτά. Οι άνδρες μας είχαν ενοχληθεί πολύ από τις αναφορές των βιαιοπραγιών που διεπράχθησαν από τους Τούρκους στους Βουλγάρους δίπλα στην Gumurjina (Κομοτηνή). Μπήκαμε στο Dede-Agatch κάτω από πυρά γύρω στις 9 μ.μ ύστερα από ολοήμερη πορεία και μάχη. Ο Javer Pacha επέμενε να αποσυρθεί στην πόλη και ήμασταν υποχρεωμένοι να τον καταδιώκουμε. Οι σφαίρες εξακολουθούσαν να σφυρίζουν ανάμεσα στους δρόμους, αλλά οι ντόπιοι Έλληνες, βγήκαν έξω να μας δείξουν τις θέσεις των τούρκων στρατιωτών. Οι Έλληνες φοβόντουσαν μια σφαγή και θεωρούσαν τον ερχομό μας ως σωτηρία τους. Είδα κάτι κατά το ψάξιμο για όπλα ότι κανείς δεν τραυματίσθηκε. Στις 11 μ.μ. λάβαμε διαταγή να αφήσουμε την πόλη και να πορευτούμε σε ένα χωριό 25 χλμ μακριά. Γύρω στους 150 άνδρες έμειναν στην πόλη είτε γιατί δεν έφτασε σε αυτούς η διαταγή είτε γιατί ήταν πολύ εξουθενωμένοι για να την εκτελέσουν. Κανένας αξιωματικός δεν ήταν ανάμεσά τους και είχαν οργανωθεί από έναν στρατιώτη ονόματι Stefan Boichev. Ο Έλληνας επίσκοπος αργότερα δήλωσε ότι ο Stefan Boichev είχε προσφέρει καλές υπηρεσίες στην αποκατάσταση της τάξης. Στις 19 Νοεμβρίου η φτωχή τάξη των Ελλήνων και στρατιώτες άρχισαν από κοινού να λεηλατούν την πόλη. Ένας σοβαρός αριθμός ντόπιων τούρκων αναμφίβολα σκοτώθηκε. Αυτές οι υπερβολές οφείλονται στην απουσία των αξιωματικών.»
«Βούλγαροι Κομιτατζήδες.»
Η δεύτερη μαρτυρία ήταν του Βούλγαρου Δημάρχου του Δεδεαγατς, Boris Monchev, ο οποίος
«επιβεβαίωσε την κατάθεση του Fisher. Ο Monchev πίστευε ότι δεν σκοτώθηκαν πάνω από 20 τούρκοι και επέμενε ότι οι ντόπιοι Αρμένιοι χαμάληδες του λιμανιού έπαιξαν τον κύριο ρόλο στις ταραχές. Υπήρχαν 8000 πρόσφυγες, από τους οποίους όλοι οι άνδρες ήταν οπλισμένοι και είχαν πάρει μέρος στη μάχη έξω από την πόλη μεταξύ 7-9 μ.μ. Ύστερα από την πρώτη καταστροφική βραδιά επιδιώχθηκε να διατηρηθεί η τάξη μέσα στην πόλη από μια επιτροπή που περιλάμβανε τον Έλληνα Επίσκοπο και τον ίδιο (τον Monchev). Οι 142 «μακεδόνες» εθελοντές υπάκουσαν στις εντολές τους. Ο βουλγαρικός στρατός επέστρεψε στην πόλη 6 ημέρες μετά στις 25 Νοεμβρίου και η τάξη είχε πλήρως αποκατασταθεί. Το διαβόητο γεγονός της δολοφονίας του Riza Bey, του τούρκου αυτοκρατορικού επιτρόπου της γραμμής του ενωτικού σιδηροδρόμου πρέπει να εξηγηθεί από το γεγονός ότι καθώς τον οδηγούσαν αιχμάλωτο στο σχολείο προσπάθησε να αρπάξει το όπλο ενός εθελοντή και σκοτώθηκε από τον εθελοντή επιτόπου.»
Το 1913 ο διάσημος φιλότουρκος Γάλλος αξιωματικός του Ναυτικού και συγγραφέας Pierre Loti (1850-1923), εξέδωσε το βιβλίο του με τίτλο “TURQUIE AGONISANTE”. Σε αυτό περιέχεται μια επιστολή ενός αγνώστων λοιπών στοιχείων Γάλλου αυτόπτη μάρτυρα, που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη και καταπώς φαίνεται έτυχε να βρίσκεται στην πόλη μας, όταν μπήκαν οι Κομιτατζήδες εκείνη τη θλιβερή Τρίτη:
«Κωνσταντινούπολη, 8 Δεκεμβρίου, 1912
Την Τρίτη, 19 Νοεμβρίου, περίπου στις οκτώ το βράδυ, εκατόν πενήντα κομιτατζήδες μπήκαν ξαφνικά την πόλη του Δεδέαγατς. Μέχρι τα μεσάνυχτα αυτοί οι κομιτατζήδες είχαν επιδοθεί σε μια από τις πιο τρομακτικές σφαγές των Τούρκων. Εισέβαλαν μέσα στα σπίτια, λεηλατώντας τα και σκοτώνοντας γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους άνδρες. Η συνενοχή των χριστιανών (Ορθοδόξων) δεν πρέπει να αμφισβητηθεί: έχουμε δει πολλούς που οδήγησαν τους ληστές επισημαίνοντας τους τα τουρκικά σπίτια και τους τούρκους. Εξάλλου, όλα τα χριστιανικά σπίτια είχαν επισημανθεί με ένα λευκό σταυρό για να γλιτώσουν. Μερικοί Μουσουλμάνοι είχαν βρει καταφύγιο σε ένα τζαμί. Ήταν μόνο ηλικιωμένοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Οι Βούλγαροι τους περικύκλωσαν. Από την μισάνοιχτη πόρτα ένας πυροβολισμός από περίστροφο ακούστηκε. Αμέσως μια ομοβροντία πυρών έπεσε πάνω στους δυστυχισμένους και βόμβες ρίχτηκαν μέσα στο Τζαμί. Ήταν ένα πραγματικό μακελειό. Την επόμενη μέρα, όταν επισκέφθηκα τη σκηνή αυτής της καταστροφής βρήκα πάνω από είκοσι πέντε πτώματα. Οι Ιταλοί καθολικοί ιερείς, οι οποίοι έχουν μια σχολή όπου διδάσκονται γαλλικά, είχαν λάβει περίπου τριάντα Τούρκους που είχαν αναζητήσει καταφύγιο σε αυτούς. Όμως καταγγέλθηκαν από τους Έλληνες οι οποίοι, όντας Ορθόδοξοι, μισούν τα καθολικά σχολεία, η ανάπτυξη των οποίων είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή διευκολυνθεί με την ανοχή των Τούρκων.
«Κολέγιο Ιταλικό.»
Οι Βούλγαροι παρουσιάστηκαν στη Σχολή και απαίτησαν οι πρόσφυγες να παραδοθούν: οι Πατέρες αρνήθηκαν αλλά ένας από τους προύχοντες των Τούρκων, που ονομάζεται Ριζά Μπέης, Επίτροπος της οθωμανικής κυβέρνησης στην Γαλλική εταιρία των σιδηροδρόμων, φοβούμενος ότι η φιλοξενία τους θα μπορούσε να επιφέρει σοβαρό πρόβλημα στους Πατέρες, παραδόθηκε αυθόρμητα στα θηρία. Τον πήραν μακριά. Σε περίπου πενήντα πόδια από την Ιταλική Σχολή είδα που τον σταμάτησαν, και τον απειλούσαν με τις ξιφολόγχες τους. Απαίτησαν να τους δώσει τα χρήματά του και να τους υποδείξει το δικό του σπίτι. Τον Ριζά Μπέη, τον γνώριζα, ήταν ένας καλά μορφωμένος νεαρός άνδρας που προερχόταν από μια πολύ καλή οικογένεια, είχε μια γυναίκα και ένα παιδί. Η σκέψη του κινδύνου που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η οικογένειά του, τον ώθησε, δεν έχω καμία αμφιβολία, να αρνηθεί να υπακούσει στο κάλεσμα των ληστών, οι οποίοι για το λόγο αυτό, τον διαπέρασαν με τις ξιφολόγχες τους. Ο δυστυχής κατέρρευσε. Ήταν νεκρός. Ένας από τους δολοφόνους του πήρε τις μπότες του για τον εαυτό του και το σώμα του παρέμεινε για πέντε ημέρες στο ίδιο σημείο. Κάθε μέρα έπαιρναν ένα κομμάτι από τα ρούχα του. Στο τέλος έμειναν μόνο το πουκάμισο και τα εσώρουχα. Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες στη συνέχεια επέστρεψαν στους Ιταλούς Πατέρες, και απείλησαν να τους σκοτώσουν αν δεν τους έδειχναν τις οικονομίες τους. Είχαν αναγκαστεί να τις δώσουν: ήταν εκατό τουρκικές λίρες, τις οποίες οι ληστές πήραν. Με την πλευρά αυτών των Βουλγάρων πήγαν κάτοικοι, Ελληνικού φρονήματος, οι οποίοι εισέβαλαν στα τουρκικά σπίτια, τα τζαμιά, τα κυβερνητικά γραφεία, και πήραν τα πάντα που θα μπορούσαν να μεταφέρουν με τα χέρια τους, έπιπλα, χαλιά, κλινοσκεπάσματα, κλπ. ... Η λεηλασία διήρκεσε οκτώ ημέρες, δηλαδή μέχρι τη στιγμή που ένα γαλλικό καταδρομικό φάνηκε στον ορίζοντα. Ήταν το θωρακισμένο καταδρομικό μας Jurien-de-la-Graviere. Στη συνέχεια, σαν από θαύμα, οι κομιτατζήδες εξαφανίστηκαν και η ασφάλεια επέστρεψε. Οι Έλληνες, με την άφιξη των βαλκανικών δυνάμεων, είχαν φανεί εχθρικοί ξαφνικά απέναντι στους ξένους, προσβάλλοντας τον αυστριακό υποπρόξενο, Μ Bergoubillon, πράκτορα του Lloyd, απειλώντας τίποτα λιγότερο από το κλείσιμο των Ευρωπαϊκών εγκαταστάσεων, τραπεζών, κλπ., για να τους αντικαταστήσουν με αντίστοιχα Ελληνικών συμφερόντων. Είναι καθήκον μου να αποτίσω φόρο τιμής στον Έλληνα Επίσκοπο του Δεδέαγατς, που χρησιμοποίησε σε αυτές τις θλιβερές περιστάσεις την ενέργειά του και την εξουσία του με σκοπό την προστασία των Τούρκων από τη λεηλασία των οπαδών του. Πέτυχε έτσι τη διάσωση του Καιμακάμη και πολλών Τούρκων, αλλά ήταν δύσκολο να ακουστεί και απείλησε να εγκαταλείψει ομοθρήσκους και συμπατριώτες του αμέσως μετά το τέλος των εχθροπραξιών, «μην επιθυμώντας να παραμείνει," όπως είπε, "στην κεφαλή μιας διαβόητης κοινότητας." Με την άφιξη του γαλλικού καταδρομικού ο θαρραλέος ιεράρχης αποφάσισε να ανεβεί στο πλοίο για να καλωσορίσει τον καπετάνιο. Ο τελευταίος, προκειμένου να τον ευχαριστήσει και να τον συγχαρεί για τη στάση του, προς τιμήν του διέταξε ένα χαιρετισμό με πολλούς κανονιοβολισμούς. ... Ο βουλγαρικός στρατός, ο οποίος είχε αφήσει την πόλη στο έλεος των κομιτατζήδων, επέστρεψε στο Δεδέαγατς μόλις το γαλλικό καταδρομικό έφτασε. Ο καπετάνιος, βλέποντας ότι η πόλη θα καταληφθεί πλέον από τακτικούς στρατιώτες, σκέφτηκε ότι δεν θα ήταν χρήσιμο να αποβιβαστεί κανένας ναύτης, και έπλευσε για την Καβάλα. Στην Καβάλα φρικαλεότητες παρόμοιες με εκείνες του Δεδέαγατς είχαν διαπραχθεί. Στο Δεδέαγατς, ωστόσο, Γάλλοι αξιωματικοί είχαν χρόνο να αποβιβαστούν και να σημειώσουν τα διαπραχθέντα βδελύγματα. Πήραν ακόμη και μερικές φωτογραφίες. Στο Δεδέαγατς ο βουλγαρικός στρατός ήταν υπό τις διαταγές του στρατηγού Gueneff. Οι Ιταλοί Πατέρες παραπονέθηκαν σ 'αυτόν για την απεχθή μεταχείριση που είχαν λάβει στα χέρια των κομιτατζήδων. Ο Στρατηγός διέταξε μια έρευνα, επιβεβαίωσε τα γεγονότα, και βρήκε μέχρι και εβδομήντα τουρκικές λίρες από τις εκατό που είχαν κλαπεί από αυτούς. «Αλλά», ο Gueneff τους είπε, «καθώς έχουμε την πρόθεση να ανεγείρουμε ένα μνημείο προς τιμήν των Βουλγάρων στρατιωτών που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου, κρατώ αυτά τα χρήματα για τον σκοπό αυτό." Ο ίδιος ο Gueneff, έχοντας ακούσει ότι ο Έλληνας επίσκοπος είχε δώσει καταφύγιο στο ελληνικό σχολείο σε όλες τις Τουρκάλες γυναίκες, με σκοπό την προστασία τους από την κακομεταχείριση, κατόρθωσε να πείσει τον ιεράρχη να τους βγάλει έξω για να κάνει χώρο για τους άνδρες του. Οι δυστυχείς γυναίκες έπρεπε να επιστρέψουν στα λεηλατημένα και έρημα σπίτια τους, και, το βράδυ, χωρίς καμία προστασία, βιάστηκαν από τους στρατιώτες Στρατηγού. Τη δεύτερη νύχτα μετά την άφιξή τους, οι ίδιοι οι στρατιώτες του στρατηγού Gueneff λεηλάτησαν το φαρμακείο της Μ Rodhe, τον Γερμανό υποπρόξενο και τον πράκτορα της Ακτοπλοϊκής Εταιρείας Schenker. Οι Βούλγαροι τοποθέτησαν φρουρούς μπροστά από κάθε Προξενείο, με την εντολή να απαγορεύσουν την είσοδο στον καθένα. Έτσι, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του Γάλλου και του Γερμανού Πρόξενου, οι Πρόξενοι ήταν σαν φυλακισμένοι, στερούμενοι κάθε επικοινωνίας με τους υπηκόους τους και τους προστατευόμενους τους και ανήμποροι να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντά τους. Λόγω της εχθρότητας του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού, πολλοί από εμάς τους Γάλλους ενωθήκαμε για να λάβουμε κοινά μέτρα άμυνας σε περίπτωση επίθεσης. Ευτυχώς το καταδρομικό Jurien-de-la-Graviere, προειδοποίησε, έφτασε πάνω στην ώρα για να επιβάλει το σεβασμό και να μεταφέρει σε εμάς την εντολή από τον Πρέσβη να επιστρέψουμε στην Κωνσταντινούπολη. Οι Βούλγαροι έχουν επίσης λάβει την κατοχή του Γαλλικού σιδηροδρόμου, βίαια εκδιώκοντας όλο το γηγενή και γαλλικό προσωπικό, το οποίο αντικατέστησαν με Βούλγαρους. Οι στρατιωτικές αρχές αρνήθηκαν να δώσουν στους Γάλλους πράκτορες οποιαδήποτε απόδειξη ή επίσημο έγγραφο με αναφορά στην κατοχή του υλικού.(Υπογεγραμμένο) X. (Κοινοποιήθηκε από τον M. J. Odelin, of L'Oeuvre).
«Σφαγή των Οθωμανών.»
Τελευταίο εν είδει επιλόγου παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την από 22 Αυγούστου 1913 (π.ημ) έκθεση του τότε μητροπολίτη Αίνου και Δεδεαγατς Ιωακείμ (1876-1927) προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γερμανό Ε΄(1835-1920) για τις φρικαλεότητες εκείνες:
«Αι φρικαλεότητες των πρώτων ημερών και αι άγριαι σκηναί όσαι εξετιλίχθησαν εις βάρος των Μουσουλμάνων, υπερβαίνουσι πάσαν ανθρωπίνην περιγραφήν. Κομιτατζήδες υπό την οδηγίαν του τακτικού στρατού και αξιωματικών αυτού, εισβαλόντες εις Δεδεαγατς, αφού δι’όλης της νυκτός ενέσπειραν τον θάνατον μεταξύ των μουσουλμανικών οικογενειών, κατέκαυσαν τας μουσουλμανικάς οικίας και τεμένη και διήρπασαν αυτά. Επι οκτώ ημέρας σκηναί αφαντάστου φρίκης εξετυλίχθησαν προ των ομμάτων μας. Εν μέση οδώ ελογχίσθησαν Μουσουλμάνοι και άγριαι απειλαί εξεφέρεντο κατά παντός Έλληνος, όστις δεν θα παρέδιδεν τους υπό την προστασίαν του καταφυγόντας. Επί οκτώ ημέρας πλέον των 400 πτωμάτων ευρίσκοντο εγκατεσπαρμενα εις τας οδούς της πόλεως ουδενός τολμώντος να επιληφθεί της ταφής των ή της περισυλλογής αυτών. Εν συνδυασμώ προς τας αγριότητας ταύτας ενηργήθη παρα των αθλίων τούτων γενική ατίμωσις των μουσουλμανίδων πάσης ηλικίας. Οφείλω εν τούτοις να εξάρω εις το σημείον τούτο την διαγωγήν ολοκλήρου της ελληνικής κοινότητος ήτις μετά της υπ’εμέ μητροπόλεως επέδειξαν άπαξ ετι τα μεγάλα και ευγενή αισθήματα της ελληνικής φυλής, προς τας ούτω σκληρώς δοκιμασθείσας μουσουλμανικάς οικογενείας. Τόσον η υπ εμέ μητρόπολις όσον και όλαι αι ελληνικαί οικογένειαι έσπευσαν να προστατεύσωσιν εις τας οικίας των και να περισώσωσι μουσουλμανικάς οικογενείας. Ο περίβολος της ιεράς μητροπόλεως συνεκέντρωσε 3564 μουσουλμάνους και μουσουλμανίδας της πόλεως και των περιχώρων, ους έσωσα εκ της σφαγής και της ατιμώσεως δι’υπερανθρώπων προσπαθειών και με κίνδυνον αυτής της ζωής μου περιφρουρήσας και περιθάλψας αυτούς επι δέκα ημέρας εν τω ως άνω περιβόλω και τη ιερά Μητροπόλει, ως οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι ομολογούσιν. Εν γένει το ελληνικόν στοιχείον κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν όπως περισώση εκ των χειρών των καννιβάλων επιδρομέων, όσον το δυνατόν περισσοτέρας οικογενείας πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, υποκυψασών και τούτων εις τας βιαίας προτροπάς των κατακτητών. Η κατάστασις αύτη εξηκολούθει μέχρι της ημέρας, καθ ην ο υπό τον στρατηγόν Κοβάτσεφ βουλγαρικός στρατός κατέλαβε την πόλιν μας…»
Με αίμα δυστυχώς καταγράφηκε στην ιστορία της πόλης μας η απελευθέρωση της από τον Οθωμανικό ζυγό το 1912. Άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο, μαύρο και σκοτεινό όμως, γιατί η νέα κατοχή και ο A παγκόσμιος πόλεμος που ακολούθησε ύστερα από λίγο είχαν ως αποτέλεσμα την οικονομική παρακμή της και την ερήμωσή της. Όμως η σταύρωση αυτή ήταν απαραίτητη για να ακολουθήσει η Ανάσταση! Δεν θα αργήσει να έρθει 8 χρόνια μετά.

Πέτρος Γ. Αλεπάκος
Δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Report of the International commission to inquire into the causes and conduct of the Balkan wars (1914)
2. ΘΡΑΚΗ ΜΟΡΦΕΣ & ΓΕΓΟΝΟΤΑ 1902-1922, Κ. Παπαθανάση-Μουσιοπουλου, 1991
3. Αναμνήσεις εκ Θράκης 1920-1922, Κ. Γεραγας
4. ΘΡΑΚΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ 1912-1920, Πέτρου Γεωργαντζή
5. With the Turks in Thrace / by Ellis Ashmead-Bartlett, special correspondent of the "Daily telegraph" in collaboration with Seabury Ashmead-Bartlett. London, 1913
6. Η ΘΡΑΚΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΔΙΟΙΚΗΣΙΝ, Δημ. Σβολόπουλος (1922)
7. With the victorious Bulgarians, by Hermenegild Wagner, Houghton Mifflin Company (Boston, New York), 1913
8. Αρχείο Εφημερίδων: «ΣΚΡΙΠ», NY TIMES(30-11-1912), «ΕΜΠΡΟΣ» (14-11-1912), NY TIMES (27-11-1912)
9. TURKEY IN AGONY (TURQUIE AGONISANTE) Translated from the French of PIERRE LOTI, BY BEDWIN SANDS. Published for the Ottoman Committee, London, by the AFRICAN TIMES AND ORIENT REVIEW, Ltd., 158. FLEET STREET, LONDON, E.C. 1913-
10. Τα ανέκδοτα του Ναυάρχου Κουντουριώτου / υπό Κ. Φαλτάϊτς, Ημερομηνία έκδοσης: 1913.-
11. Αι Βουλγαρικαί Ωμότητες εν τη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, 1912 - 1913
Γεγονότα, Εκθέσεις, Έγγραφα, Μαρτυρίαι.1914
12. Report of the International commission to inquire into the causes and conduct of the Balkan wars -Carnegie Endowment for International Peace (CEIP)
13. Carl Savich, http://www.serbianna.com
Φωτοαρχείο: Γεωργίου Π. Αλεπάκου