Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2021

Το ταξίδι ενός Βρετανού στον Έβρο την χρονιά που ιδρύθηκε το Ελληνικό κράτος (1830)

(Επετειακό τεύχος 119-120 Ιούνιος 2021 Περιοδικό ‘Ενδοχώρα’)

Στις 22 Ιανουαρίου / 3 Φεβρουαρίου 1830, εννέα σχεδόν έτη μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, στο Συνέδριο που διεξήχθη στο Υπουργείο Εξωτερικών στο Λονδίνο, οι πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας υπέγραψαν ένα πρωτόκολλο που κήρυσσε την Ελλάδα ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος. Το πρώτο από τα 11 άρθρα διακήρυξε την ανεξαρτησία:

«Η Ελλάδα θα συγκροτήσει ένα ανεξάρτητο κράτος και θα απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα, πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά, που αποδίδονται στην πλήρη ανεξαρτησία.»

Το άρθρο 2 καθόρισε τα όρια του νέου κράτους, ενώ το άρθρο 3 ανέφερε ότι το ελληνικό πολίτευμα θα ήταν μοναρχικό, υπό την κυριαρχία του Πρίγκιπα της Ελλάδας. Για τη θέση του μονάρχη οι συμβαλλόμενες χώρες επέλεξαν τον πρίγκιπα Λεοπόλδο (Leopold Georg Christian Friedrich) της Σαξονίας-Κόμπουρκ & Γκότα (Saxe-Coburg and Gotha) μετέπειτα πρώτο Βασιλιά του Βελγίου.

Είχε προηγηθεί ο Ρώσσο-τουρκικός πόλεμος των ετών 1828-1829, όταν η κοιλάδα του Έβρου είχε καταληφθεί από Ρωσικά στρατεύματα, υπό τον στρατάρχη Ντιέμπιτς (Diebitsch). Μάλιστα στις 7 Σεπτεμβρίου του 1829, οι Ρώσοι κατέλαβαν την Αίνο, ενώ στον κόλπο του Σάρου είχε αγκυροβολήσει ο ρωσικός στόλος υπό τον ναύαρχο Χέιντεν (Lodewijk Sigismund Vincent Gustaaf van Heiden), αποκόπτοντας ουσιαστικά την επικοινωνία με την Αδριανούπολη, γιατί ο Έβρος ποταμός, ή Μαρίτσα, όπως αποκαλούνταν τότε, ήταν πλωτός, όλο το χρόνο για επίπεδες βάρκες, ενώ από τον Οκτώβριο μέχρι τα μέσα του Ιουνίου και για μεγαλύτερα πλοία. Ο Σουλτάνος  κάτω από τον κίνδυνο να καταληφθεί η ίδια η Κωνσταντινούπολη αναγκάστηκε να υπογράψει τη λεγόμενη Συνθήκη της Αδριανούπολης στις 14-9-1829 με την οποία αναγνωρίστηκε η ελληνική ανεξαρτησία απ' την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Αργότερα αναφερόμενος στην Συνθήκη της Αδριανούπολης, ο Φρίντριχ Ένγκελς (Friedrich Engels) έγραψε σε άρθρο του στην εφημερίδα «New York Tribune» (21 Απριλίου 1853) με τον τίτλο «Τι πρέπει να γίνει με την Τουρκία στην Ευρώπη» τα ακόλουθα:

«Όταν οι Έλληνες εξεγέρθηκαν, ποιος έκρινε την επιτυχή έκβαση του αγώνα; Όχι οι συνωμοσίες και οι εξεγέρσεις του Αλή πασά στα Γιάννενα, ούτε η μάχη του Ναβαρίνο, ούτε ο γαλλικός στρατός στο Μορέα, ούτε οι διασκέψεις και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου, αλλά η πορεία των Ρώσων του Diebitsch στα Βαλκάνια προς την κοιλάδα της Μαρίτσα»

«Ο Adolphus-Slade.»

Τον Μάιο του 1830 ο Adolphus Slade (1804-1877), Βρετανός Ανθυποπλοίαρχος, πέρασε από το σημερινό Νομό Έβρου, που βέβαια τότε δεν υπήρχε υπ’ αυτήν την ονομασία γιατί ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο Εγιαλέτι της Ρούμελης. Ξεκίνησε λοιπόν ο Slade από την Αδριανούπολη με Ελληνικό καΐκι και μέσω του ποταμού Έβρου πέρασε από το Διδυμότειχο, το Σουφλί, τα ερείπια της Τραιανούπολης και κατέληξε στην Αίνο. Από εκεί αφότου διέμεινε ένα διάστημα ξεκίνησε για το Άγιο Όρος κάνοντας πρώτα μια στάση στη Σαμοθράκη. Ας τον παρακολουθήσουμε σε αυτό το ταξίδι του, όπως ο ίδιος το περιγράφει στο βιβλίο του σε μετάφραση από τα Αγγλικά:

«Η Αδριανούπολη και ο πλωτός Έβρος ποταμός σε γκραβούρα των μέσων του 19ου αιώνα.»

«Πήρα την άδεια από τους φίλους μου οικοδεσπότες στην Αδριανούπολη να αποχωρήσω για την Αίνο, με ένα ελληνικό σκάφος που ήρθε από τη Σμύρνη με λεμόνια. Ξεκινήσαμε από το τελωνείο στον Τούντζα (ποταμό), και σε απόσταση μισού μιλίου, μπήκαμε στη Μαρίτσα. Χαίρομαι που δεν είχα καθυστερήσει την αναχώρησή μου, γιατί το ποτάμι ήταν ήδη τόσο χαμηλό που κολλούσαμε συχνά τα πρώτα δέκα μίλια, υποχρεώνοντας τους βαρκάρηδες να βγουν στις όχθες. Η πλοήγηση ανά πάσα στιγμή είναι τόσο περίπλοκη με τις αμμοθίνες που υπάρχουν, με αποτέλεσμα τα μικρότερα σκάφη να παίρνουν πιλότους, ως οδηγούς. Περαιτέρω (η πλοήγηση) εμποδίζεται περισσότερο από τους φράχτες που αναπτύσσονται εγκάρσια στο ποτάμι, για να ρίξουν το ρεύμα του ποταμού ενάντια στους νερόμυλους που είναι στις όχθες. Κατά συνέπεια, τα σκάφη δεν μπορούν να πλέουν τη νύχτα. Οι όχθες στα πρώτα έξι μίλια ήταν γεμάτες με ιτιές, αλλά αφού περάσαμε το Ταρταρ Κιοι, ένα μικρό χωριό, ήταν επίπεδες και αδιάφορες. Στο ηλιοβασίλεμα κολλήσαμε το σκάφος μας με γάντζο στην όχθη και φτιάξαμε το δείπνο. Στη συνέχεια παραδόθηκα σε ένα φλιτζάνι τσάι και οι ναυτικοί οι οποίοι προτίμησαν το κονιάκ μου από κινεζικό βότανο, με διασκέδασαν τραγουδώντας.

«Χάρτης της περιοχής μας του 1829.»

Νωρίς το επόμενο πρωί φτάσαμε στο στόμιο του παραπόταμου Κιζιλντερε, στη δεξιά όχθη της Μαρίτσα. Επειδή ήταν πολύ ρηχό για να προχωρήσουμε περαιτέρω, κατεβήκαμε και περπατήσαμε μέσα από μουριές προς το Διδυμότειχο, που βρίσκεται στην πλαγιά ενός λόφου στην αριστερή όχθη του παραπόταμου, ένα μίλι από το ποτάμι.

Σε πολλούς χάρτες το Διδυμότειχο βρίσκεται στην αριστερή όχθη της Μαρίτσα. Μέσα και έξω από τα τείχη περιέχει 9000 κατοίκους, Μουσουλμάνους και Χριστιανούς. Η κορυφή του λόφου στέφεται από τα ερείπια ενός εκτεταμένου φρουρίου που κυριαρχεί από όλες τις πλευρές, έτσι ώστε το Διδυμότειχο να μπορεί να είναι απόρθητο. Η εμφάνιση των τειχών και του κάστρου με έκανε να υποθέσω ότι ανεγέρθηκαν από τον Γάλλο ευγενή στον οποίο ανατέθηκε η κυριαρχία του Διδυμοτείχου κατά τη διαμοίραση της αυτοκρατορίας από τους Λατίνους το 1203. Υπήρχαν επιγραφές στις πύλες, αλλά οι Ρώσοι το 1829 τις έβγαλαν και τις μετέφεραν καταστρέφοντας τες. Αφαίρεσαν επίσης από το μέρος όλα τα κανόνια, σπάζοντας τα σε δύο κομμάτια: ένα σπασμένο, παρ’όλα αυτά, με μεγάλη γενναιοδωρία, άφησαν πίσω.

«Η παράδοση του Διδυμότειχου στο Ρωσικό στρατό το 1829. Auguste Joseph Desarnod (1788-1840).»

Πήγα στην οικία του επισκόπου. H Ευλάβεια του, ονόματι Καλλίνικος, με καταγωγή από την Κάντια (Ηράκλειο), εξεπλάγη όταν με είδε, αλλά ταυτόχρονα ευχαριστήθηκε πολύ, γιατί ήμουν ο μόνος Φράγκος ταξιδιώτης που πέρασα από εκεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Καπνίσαμε μαζί, ενώ ο υπηρέτης μου ετοίμαζε το πρωινό. Ως ένα από τα μεγάλα παράπονα του, που χρειάστηκε μια ώρα να περάσει, ήταν ότι το χαράτσι ήταν βαρύ εκείνο το έτος, σαράντα οκτώ, είκοσι τέσσερις και δώδεκα πιάστρες για άνδρες, νεαρούς άνδρες και παιδιά αντίστοιχα. Η επισκοπή του περιείχε εξήντα χωριά. Τα έσοδά του όμως δεν ξεπέρασαν τις 9000 πιάστρες (περίπου 130 l.), τα δύο τρίτα των οποίων είπε ότι πήγαν στον Πατριάρχη και δεν έμεινε τίποτα για το τραπέζι του. Ανάμεσα σε διάφορα, με ρώτησε γιατί οι Έλληνες έπρεπε να έχουν έναν αλλοδαπό για να τους κυβερνήσει (πρίγκιπας Λεοπόλδος); «Τουλάχιστον», είπε, «πρέπει να βαφτιστεί και να παντρευτεί Ελληνίδα». «Το Παρίσι αξίζει ένα λαό» είπε ο Ερρίκος ο τέταρτος, αλλά αμφιβάλλω αν το κάνει ο Μοριάς.

Κοντά στην οικία του ήταν ένα απεχθές μπουντρούμι όπου είχαν φυλακιστεί πολλοί από τους Γάλλους που είχαν συλληφθεί στην Αίγυπτο (εννοεί την εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και την Συρία των ετών 1798-1801). Για να φτάσουμε σε αυτό κατεβήκαμε στο κάτω μέρος ενός ξεραμένου βαθιού πηγαδιού, όπου στη μία πλευρά του υπήρχε μια χαμηλή πόρτα μέσω της οποίας συρθήκαμε και μετά από εκεί, πάντα κατεβαίνοντας μέσα από ένα στενό πέρασμα βρεθήκαμε όλοι μαζί κάτω από ένα μεγάλο σφαιρικό θόλο. Η ψυχρή υγρασία του χώρου χτύπησε την ψυχή μου, όπως και τα οστά μου, αναλογιζόμενος τη μοίρα των διαφόρων ενοίκων του. Στους τοίχους υπήρχαν απομεινάρια γραφής, από τα οποία ξεχώρισα τις ακόλουθες προτάσεις - ici deux officiers, et vingt sous officiers de la sixieme. .. sont enfermés.. malheureux sont morts ici.. (εδώ δυο αξιωματικοί και είκοσι υπαξιωματικοί του έκτου.. έχουν φυλακιστεί.. δυστυχείς άνθρωποι έχουν πεθάνει..).

Υπήρχαν τέσσερα χαρακτικά φτιαγμένα με κάρβουνο - ο Ναπολέων με άλογο, όχι κακή ομοιότητα - ένα κομμάτι πυροβολικού σε κίνηση - ένας Ουσάρος που χτυπούσε με σπαθί ένα Μαμελούκο - μια ομάδα γρεναδιέρων. Τι απέγιναν αυτοί οι δυστυχείς δεν μπόρεσα να μάθω, ίσως πέθαναν εκεί. Μπορεί να είναι λανθασμένη εντύπωση, αλλά έχω τη δική μου άποψη ότι αυτά τα συγκινητικά μνημεία ανδρών του δικού μας αιώνα με ενδιέφεραν περισσότερο από ό,τι ένα αυτόγραφο του Ιουγούρθα γύρω στο χαλκά που έδενε την αλυσίδα του στον τοίχο. Επρόκειτο να φύγουμε, όταν κάποιες ανθρώπινες φωνές κάτω από τα πόδια μου με εξέπληξαν και συγκρατήθηκα. Ήρθαν από ένα άνοιγμα φτιαγμένο για να περνάει ο αέρας και κατεβάζοντας μια λάμπα, διακρίναμε δύο Τούρκους και ένα Έλληνα σε ένα μπουντρούμι δεκαπέντε πόδια κάτω από αυτό που στεκόμασταν. Επιχείρησα να κατεβώ, αλλά το κλειδί της σιδερένιας πόρτας δε μπορούσε να βρεθεί. Έτσι τους έστειλα μερικά χρήματα στο καλάθι με το οποίο τους έστελναν τα λιγοστά τους τρόφιμα. Φώναξαν ευχαριστώ για το απροσδόκητο και άνευ προηγουμένου δώρο και κάλεσαν τον δεσμοφύλακα να τους δώσει ψωμί.

Στη συνέχεια, ο διάκονος, που ήταν ο ξεναγός μου, με οδήγησε σε ένα μικρό εκκλησάκι μεγάλης αγιότητας που είναι σκαμμένο στο βράχο κοντά στο κάστρο. Χρονολόγησε την ύπαρξή του πάνω από χίλια χρόνια και απόδωσε μερικά θαύματα σε δύο ξύλινες εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, τις οποίες φίλησε με ευσέβεια. Υπήρχαν, είπε, κι άλλες πολύτιμες αρχαιότητες, όπως ψηφιδωτά, έως ότου ήρθαν οι Ρώσοι: τα πήραν μαζί τους.

Από την εξαιρετική θέση (του λόφου) η θέα ήταν ευχάριστη και η χώρα φαινόταν καλύτερα καλλιεργημένη από τα περισσότερα άλλα μέρη όπου βρέθηκα. Οι κάτοικοι αποκτούν μια άνετη διαβίωση από το μετάξι τους.

Ο διάκονος στη συνέχεια με οδήγησε να δω τη μητροπολιτική εκκλησία. ένα φτωχό κτίριο, πάνω από την είσοδο του οποίου υπήρχε μια αξιοθαύμαστη εικόνα.

Ένας άντρας με περίμενε στο Επισκοπείο με αρχαία νομίσματα & μετάλλια. Αν και δεν είμαι ειδικός αγόρασα το καλύτερο: Τα είδη του Μπέρμιγχαμ δύσκολα θα μπορούσαν να βρουν το δρόμο τους προς το Διδυμότειχο, σκέφτηκα, ούτε φοβόμουν τα κόλπα του Pæstum (αρχαία Ποσειδωνία της Κάτω Ιταλίας), όπου κάποτε είδα έναν άνδρα κυριολεκτικά να σπέρνει αντίκες.

«Ρώσοι στο Διδυμότειχο στα 1829. Auguste Joseph Desarnod (1788-1840).»

Έχοντας, όπως και ο υπηρέτης μου, το φιλί του αποχωρισμού από τον Επίσκοπο Καλλίνικο, επιβιβάστηκα το απόγευμα και συνέχισα το ταξίδι μου. Η γυμνή μονοτονία στις όχθες άλλαξε σύντομα στα δεξιά με χαμηλούς, δασώδεις, κυματιστούς λόφους και το ρέμα έρρεε σε μια στενότερη κοίτη, συνεπώς γρηγορότερα. Αλλά η ζέστη ήταν τόσο αφόρητη που δεν μπορούσα να διασκεδάσω μέχρι το βράδυ. Έπειτα ετοίμασα να φάω, οκλαδόν αλα Τούρκα, στο αμπάρι του σκάφους. Είχα κρύο αρνί και γλώσσα, με εξαιρετικό κρασί της Αδριανούπολης, το οποίο είχε την ευγενή καλοσύνη η κυρία Duveluz(σύζυγος του Βρετανού Προξένου στην Αδριανούπολη), εν αγνοία μου, να βάλει στο σκάφος μου. Ένα πιάτο από κεράσια, δώρο του Επισκόπου, κρύωνε σε μια σκάφη νερού. Από η πλώρη ήρθε το άρωμα καβουρδισμένου καφέ και πίσω μου o καπετάνιος αρωμάτισε τον αέρα καπνίζοντας τον εξαίρετο καπνό μου από το Σεράγιο(εννοεί της Κωνσταντινούπολης). Ο ήλιος είχε χαμηλώσει πίσω από τα δέντρα μέσα από τα οποία εμείς γλιστρούσαμε, χιλιάδες πουλιά μας χαιρέτησαν με το κελάηδισμά τους και ο ήχος των κουπιών έγινε ευχάριστη συνοδεία στις νότες τους. Δεν θυμάμαι να είχα μια πιο σύντομη επικούρεια προσωπική ώρα.

 

«Το  Σουφλί και στο βάθος ο Έβρος ποταμός (φωτογραφία των αρχών του 20ου αιώνα).»

Περάσαμε το Σουφλί στη δεξιά όχθη, ένα χωρίο τετρακοσίων σπιτιών, που βρίσκεται στην πλαγιά ενός καλλιεργημένου λόφου, δυο μίλια από το ποτάμι και φημίζεται για το κρασί του. Στις οκτώ δέσαμε για το βράδυ σε ένα πάσσαλο στην αριστερή όχθη κι ενώ οι βαρκάρηδες μαγειρεύανε ψάρια για το δείπνο τους (ήταν Σαρακοστή) και ο υπηρέτης μου ετοίμαζε λίγο τσάι, εγώ περπάτησα προς τα μέσα, στο σημείο που υπέθεσα ότι ήταν ένα χωριό από το θρόισμα των πελαργών - πουλιά για τα οποία έχω σεβασμό, για το θόρυβο που κάνουν με τα ράμφη τους- .. Δεν έκανα λάθος, ήταν το Νταί κιοι, ένα Μουσουλμανικό χωριό με 100 σπίτια. Οι κάτοικοι μαζεύτηκαν γύρω μου με προθυμία, ούτε καν τα σκυλιά γάβγισαν το Φράγκικο κοστούμι μου. Μου έφεραν λίγο γάλα και μέλι και με προσκάλεσαν να καθίσω και να καπνίσω. Ήταν μια χαριτωμένη φυλή. Τα κτήματα τους ήταν σε τέλεια σειρά, διαιρούμενα με διαχωριστικά από φυτά. Σε λίγες χώρες έχω δει μεγαλύτερη άνεση, σημάδι ότι εκτός από (το ότι είχαν) ένα καλό Αγά, δεν ήταν ποτέ ενοχλημένοι από το πέρασμα στρατευμάτων. Επέστρεψα στο σκάφος μου, και έπεσα να κοιμηθώ υπό τον ρυθμικό ήχο ενός νερόμυλου. Επιτρέψτε μου, ωστόσο, να προειδοποιήσω τον αναγνώστη μου, αν βρεθεί ποτέ σε παρόμοια κατάσταση, να προτιμήσει να περάσει τη νύχτα σε ένα χοιροστάσιο από την πολυτέλεια του ύπνου στο ύπαιθρο: στις τρεις νύχτες που κοιμήθηκα στη Μαρίτσα αποδίδω την αιτία στον πυρετό που στη συνέχεια παραλίγο να μου κοστίσει τη ζωή.

Νωρίς το επόμενο πρωί φτάσαμε στο πρώτο από τα χωριά των Κοζάκων - τρία στον αριθμό, ανά διαστήματα, στην αριστερή όχθη. Η εμφάνιση των κατοίκων υποδηλώνει ταυτόχρονα την προέλευσή τους και τα λινά μαλλιά τους είναι μια απόδειξη πόσο προσεκτικά έχουν διατηρήσει το αίμα τους χωρίς επιρροή από το κλίμα, ή από τις γοητείες των γυναικών της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Όπως οι Κοζάκοι του Ντον της σημερινής εποχής, κατάγονται από τις φυλές που μετανάστευσαν αντί να υποταχθούν στην Μ.Αικατερίνη. Είχαν την προϊστορία της στρατολόγησης; Η πιστότητά τους στην Πύλη συνάντησε μια υποδειγματική ανταμοιβή: αν και Χριστιανοί τοποθετούνταν μεταξύ των Μουσουλμάνων και επιτρέπονταν να φέρουν όπλα. Αρχικά, όλοι τους εγκαταστάθηκαν στα δεξιά του Δούναβη. Αλλά σε λίγα χρόνια ένα τμήμα ήρθε πιο νότια, και απέκτησε εδάφη στη Μαρίτσα, όπου οι απόγονοί τους παραμένουν, με όλα τα προνόμια, αδιαμφισβήτητα, των Οσμανλήδων, που ξεχωρίζουν από την εθνική τους φορεσιά και από τα βόρεια δέρματά τους. Το κύριο επάγγελμά τους, όπως και αλλού, είναι το ψάρεμα. Παστώνουν τα ψάρια και προμηθεύουν ολόκληρη τη χώρα, με αποτέλεσμα να έχουν γίνει πλούσιοι. Τους συναντούσα συχνά να διαπραγματεύονται πέρα ​​από την Αδριανούπολη και έμενα έκπληκτος, έως ότου έμαθα τον λόγο, όταν δηλαδή έβλεπα χριστιανούς υπηκόους της Πύλης οπλισμένους. Ποτέ δεν πρόδωσαν την εμπιστοσύνη της, και, στην πραγματικότητα, η καλύτερη αντίσταση που συνάντησαν κατά το τέλος του πολέμου οι Ρώσοι, ήταν από κάποιες φυλές Κοζάκων στον Δούναβη. Η Πύλη θα έκανε καλά να επεκτείνει το προνόμιο στους Βουλγάρους υπηκόους της, οι οποίοι δεν έχουν ιδέα για ανεξαρτησία, ούτε ανάμνηση μιας ξεχωριστής ύπαρξης, θα αποδειχθούν εξίσου πιστοί και με τους Κοζάκους, θα αποτελέσουν καλή άμυνα για τα βόρεια σύνορά της χώρας.

Το απόγευμα περάσαμε από τα Ύψαλα ένα ανθηρό μουσουλμανικό χωριό 800 σπιτιών, δύο μίλια από την αριστερή όχθη και δύο ώρες πιο μακριά από τη Φέρα, μια τουρκική πόλη, δύο μίλια από το ποτάμι στη δεξιά του όχθη. Εκεί προμηθεύτηκα άλογα και ίππευσα, για να εξακριβώσω εάν υπήρχαν υπολείμματα της αρχαιότητας, που εικάζεται ότι βρίσκονται στην περιοχή της Τραιανούπολης.

 

«Η Χάνα των Λουτρών και πίσω ο λόφος όπου ανέβηκε ο Slade (φωτογραφία των αρχών του 20ου αιώνα).»

Δεν βρήκα τίποτα, αλλά είδα ένα καλό τζαμί και τα ερείπια ενός ευρύχωρου Χανίου, δείχνοντας ότι η πόλη είχε μεγάλη σημασία. Από εκεί κατευθυνθήκαμε στην κορυφή ενός γειτονικού λόφου για να δούμε κάποια ερείπια, τα οποία, σύμφωνα με τον πληροφοριοδότη μου στην Αδριανούπολη, ανήκαν σε ένα παλιό κάστρο. Ερείπια υπήρχαν, βέβαια, αν και όχι αυτά που ανέμενα να βρω - ιερά στο χρόνο ανακαλώντας σκηνές από τις Σταυροφορίες- αλλά πρόσφατα, προδίδοντας βίαιη καταστροφή. Όμως ανάμεσά τους ήταν ένα οικοδόμημα, πλήρες, χαμηλό και συμπαγές, που μοιάζει με πυριτιδαποθήκη ή μπουντρούμι, και μοναδικό, προκαλώντας περιέργεια, καθώς διέφυγε από την περιρρέουσα καταστροφή: σκύβοντας κάτω από μια χαμηλή καμάρα, μπήκα μέσα και αντιλήφθηκα ότι βρισκόμουν σε ένα μαυσωλείο που περιείχε τα φέρετρα πέντε δερβίσηδων, όπως τα περίεργα καλύμματα, φθαρμένα στο κεφάλι του καθενός και τα κουρελιασμένα ενδύματα, κρεμασμένα γύρω, υποδείκνυαν.

Ένας ηλικιωμένος Οσμανλής ήταν στο λόφο: όταν τον ρώτησα έμαθα ότι αυτός ήταν ο τάφος του Ιμπραήμ Μπαμπά, ενός ιερού δερβίση του τάγματος των Μπεκτασήδων και ότι τα γειτονικά ερείπια ήταν σπίτια για τη στέγαση προσκυνητών. Σε ό,τι αφορά το μέγεθος των δύο από τα φέρετρα, τα οποία είχαν μήκος πάνω από εννέα πόδια, είπε ότι κρατούσαν τον evel zeman adam, (μια φορά κι ένα καιρό έναν άντραν ). .. Μου συνέστησε να πάω πέντε μίλια πιο πέρα, που ήταν ο τάφος του Νεφέζ Μπαμπα, ενός από τους πιο διάσημους αγίους του ιδίου τάγματος, που είχε έρθει από την Καλλίπολη με τους Οσμανλήδες όταν κατέλαβαν τη χώρα. Και σε ανάμνηση, αυτός, ο Νεφέζ, που έγινε πλούσιος, Fez Padischah Oglou (γιος του πρίγκιπα) ίδρυσε ένα μοναστήρι. Ένα παρόμοιο θέαμα με περίμενε - ένα ερειπωμένο χωριό και ένας τάφος. Δύο από τα φέρετρα είχαν επίσης τεράστιο μέγεθος, φτιαγμένα έτσι για να επιβάλλουν σεβασμό. Εκεί, επίσης, μια κατεύθυνση μου δόθηκε για τον τάφο ενός άλλου αγίου, του Ρουστάμ Μπαμπα, μερικά μίλια πιο μακριά, αλλά δεν επωφελήθηκα από αυτό, αναλογιζόμενος ότι αυτά που είχα δει μου ήταν αρκετά για την περιέργεια μου. Την ίδια στιγμή ήμουν χαρούμενος που βρέθηκα ανάμεσα σε τάφους Μπεκτασήδων - που εορτάζονται στα ανατολικά όπως οι Ιησουίτες στα δυτικά. Αλλά ο Χατζή Μπεκτάς δεν ήταν μόνος: ήταν, όπως ο καθένας ξέρει, ο ιδρυτής όχι της τάξης αλλά της φήμης του, καθαγιάζοντας τα σώματα των Γενιτσάρων στην Αδριανούπολη, το 1389, κατόπιν παράκλησης του Αμουράτη.. (ο Μουράτ ο Β΄ πατέρας του Μωάμεθ του Πορθητή).

Εκείνο το βράδυ το περάσαμε προχωρώντας αργά, καθώς δεν υπήρχαν φράγματα για να μας εμποδίσουν και νωρίς το πρωί φτάσαμε στην Αίνο, όπου με δέχτηκε φιλόξενα το σπίτι του κ. Limonjoglou, ενός αρμένιου εμπόρου, τον οποίο είχα γνωρίσει στην Αδριανούπολη ως δραγουμάνο στο προξενείο, - ένας έξυπνος άξιος άντρας, με μια πολύ όμορφη ελληνική κυρία για γυναίκα. Ο πατέρας της αποκεφαλίστηκε κατά την έναρξη του πολέμου.»

Ο Slade αφού μας περιγράφει τα όσα είδε και άκουσε στην Αίνο συνέχισε το ταξίδι του για τη Σαμοθράκη. Ας δούμε τι λέει:

«Η Χώρα της Σαμοθράκης στα 1822. Γκραβούρα O. Richter.»
«Τα μεσάνυχτα μπάρκαρα σε ένα μεγάλο καράβι, το οποίο είχα νοικιάσει και το επόμενο απόγευμα βγήκα σε έναν μικρό όρμο σε μια βραχώδη ακτή της Σαμοθράκης. Μια θλιβερή πορεία ανάμεσα σε βράχια και βάτα, περίπου δυο ωρών, με έφερε σε ένα βαθύ φαράγγι, στις πλευρές του οποίου αναπτυσσόταν το χωριό, που μοιάζει με σωρό από βράχους, καθώς τα σπίτια είναι κτισμένα από μεγάλες πέτρες. .. Υπήρχαν υπέροχα χαλάσματα από ένα αρχαίο κάστρο, που ήταν πιο γραφικό από την αντίθεση που έκανε η θέα τριών τούρκων που κάπνιζαν τις πίπες τους στη σκιά του κάστρου, που δέσποζε σ’ένα γκρεμό από πάνω τους. Στα τείχη υπήρχαν πολλές επιγραφές, την πιο τέλεια από τις οποίες αντέγραψα, αφού επισκέφτηκα τον Αγά, ένα σκληρό Αλβανό. Απαίτησε το φιρμάνι μου, αλλά μην βρίσκοντας το προς στιγμή, του παρουσίασα αντί αυτού την εντολή να μεταφέρω ταχυδρομείο πιστεύοντας ότι θα εξυπηρετούσε τον ίδιο σκοπό, και πραγματικά έπιασε. Την διάβασε προσεχτικά και μου την επέστρεψε λέγοντας ότι είναι καλή και με κατεύθυνε στον Έλληνα τσορμπατζή να με περιποιηθεί. Το σπίτι του τσορμπατζή έβλεπε στο Άγιο Όρος, που είναι ένας καταπληκτικός όγκος να τον βλέπει κανείς από μακρυά. .. Η Σαμοθράκη κυρίως αποτελείται από γρανιτένιο βράχο. Ωστόσο στη νότια πλευρά υπάρχει μια μεγάλη πεδιάδα με καλά βοσκοτόπια εντελώς παραμελημένα, όπου μπορεί να χτιστεί μια πόλη και οι κάτοικοι να απολαμβάνουν πολύ. Αλλά οι Έλληνες πειρατές αποτελούν εμπόδιο σε ένα τέτοιο σχεδιασμό. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων οκτώ ετών έχουν προκαλέσει ερήμωση από τις συχνές επιθέσεις τους και την απαγωγή βοειδών και άλλων πραγμάτων που μπορούν να μεταφερθούν. Από ένα πληθυσμό 600 οικογενειών μόνο οι 6 είναι μουσουλμάνοι.»

Τα σύνορα του νέου Ελληνικού κράτους οριστικοποιήθηκαν το 1832 στη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού και αναγνωρίστηκαν τον ίδιο χρόνο με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (9/21 Ιουλίου 1832). Προηγουμένως με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 25ης Aπριλίου/7ης Mαΐου 1832 επικυρώθηκε η εκλογή στον Ελληνικό θρόνο του Όθωνα (Otto Friedrich Ludwig von Wittelsbach), δευτερότοκου υιού του Λουδοβίκου A΄ της Βαυαρίας, καθόσον ο Λεοπόλδος είχε παραιτηθεί ήδη από τις 9/21 Μαΐου 1830.

Οι Θρακιώτες παρ’ όλες τις θυσίες τους παρέμεναν ακόμα μακριά από το περιορισμένο εδαφικά νεοσύστατο Ελληνικό κράτος. Η Δυτική Θράκη με το Νομό μας θα έπρεπε να περιμένει 88 έτη ακόμα για να απελευθερωθεί και να ενσωματωθεί στον Εθνικό κορμό. Εντωμεταξύ όμως ιδρύθηκε η νύφη του Θρακικού Πελάγους, η όμορφη Αλεξανδρούπολη (ως Δεδέαγατς).

Πέτρος Γ. Αλεπάκος
Δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Adolphus Slade: RECORDS OF TRAVELS IN TURKEY, GREECE AND A CRUISE IN THE BLACK SEA WITH THE CAPITAN PASHA IN THE YEARS 1829, 1830 AND 1831, VOL. II., LONDON : SAUNDERS AND OTLEY, CONDUIT STREET. 1833
2. New York Daily Tribune, No. 3748, April 21, 1853.
3. Φωτογραφική Συλλογή Γ. Π. Αλεπάκου