Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

Η κατάληψη του ΔΕΔΕ-ΑΓΑΤΣ

ΌΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΕ Ο ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΤΗΣ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

(Φύλλο 58 Μάιος - Ιούνιος 2009 ΝΟΜΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ)

(Φύλλο 268 Μάιος 2011 της εφημερίδας ‘ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ’)

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης φέτος 89 ετών από την απελευθέρωση της Αλεξ/πολης (DEDEAGATCH) και την ενσωμάτωση της στον εθνικό κορμό, αναδημοσιεύουμε με την ορθογραφία του πρωτότυπου κειμένου για πρώτη φορά από τότε, το άρθρο του ανταποκριτή της Εφημερίδας «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 29.5.1920 και περιγράφει με μεγάλη γλαφυρότητα την ημέρα της απελευθέρωσης. Από την ανάγνωση της ανταπόκρισης αυτής προκύπτει με σαφήνεια και η λύση ενός προβληματισμού που τέθηκε από μερικούς που ασχολήθηκαν με την ιστορία της πόλης μας πότε δηλαδή έγινε η υποστολή της Γαλλικής σημαίας και πότε η έπαρση της Ελληνικής. Σύμφωνα με την ανταπόκριση τόσο η υποστολή όσο και η έπαρση έγιναν στις 15.5.1920!
«ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ» 18.- (Καθυστερήσασα). Αν και είνε πολύ δύσκολον ν’αποτυπώνη κανείς εις απλας γραμμάς την συγκίνησιν, τον ενθουσιασμον και ολον εκείνον τον συναισθηματικόν κοσμον που εις ωρισμένας περιστάσεις, φέρει μιαν αληθινή αναστάτωσι μέσα μας, όμως θα προσπαθήσω με τας ασθενείς μου δυνάμεις, να σας δώσω μιαν σύντομον σκιαγραφίαν της καταλήψεως του Δεδεαγατς υπό του ενδόξου στρατού μας. Είνε η δευτέρα φορά, που βλέπει τον εθνικόν στρατόν η πόλις. Την πρώτη φορά τον ειδε στα 1913 κατά τον ελληνοβουλγαρικόν πόλεμον, αλλά δι’ολίγας μόνον ώρας. Ήλθεν έπειτα η συνθήκη του Βουκουρεστίου, επιδικάσασα οριστικώς την πόλιν είς την Βουλγαρίαν. Έκτοτε το ελληνικόν στοιχείον των μερών αυτών, οσοι κατώρθωσαν να διαφύγουν την σφαγήν και αιχμαλωσίαν και ατίμωσιν εγκαταλείψαντες όσα είχον έζησαν επτά ολόκληρα χρόνια πλάνητα προσφυγικόν βίον. Διετήρουν όμως πάντοτε ζωηράν την ελπίδα, ελπίδα μέχρι πίστεως, ότι δεν θα αργούσε πολύ η ημέρα, που ελεύθεροι πλέον θα επανέβλεπον το πάτριον έδαφος. Και η ελπίς έγινε πράγμα. Η ημέρα δεν άργησε. Ιδού πάλιν αυτοί στα σπίτια των, χάρις εις τον Μεγάλον πατέρα των, ως τον λέγουν, Ελευθέριον Βενιζέλον. Τα πλείστα είνε ερείπεια, άλλα χωρίς στέγην – πορτας και παράθυρα τα πρόθυρα αυτά καυσόξυλα των βουλγάρων. Για τα έπιπλά των δεν είνε αναγκη να σας αναφέρω τίποτεν, διότι προ πολλού στολίζουν τα μέγαρα της Σόφιας. Τα ευρήκαν όλα κατεστραμμένα και σπίτια και περιουσίαν, αλλ’όμως είναι γεμάτοι από πατριωτισμόν και αγνόν ελληνικόν φρόνημα.
Με τέτοια εφόδια ωπλισμένοι ανέμενον επί μήνας ολοκλήρους την προέλασιν του στρατού. Η αναβολή της προελάσεως, αιένεκα ταύτης ποικίλαι περί αυτονομήσεως της Θράκης φήμαι, ο πανικός, που καταλλήλως ενέσπειραν πολλάκις οι επιτήδειοι των Βουλγάρων, αι μεγαλοποιούμεναι σφαγαί και λοιπαί εκδικήσεις, αι απειλαί του Ταγιάρ και δεν ξέρω τι, αντί να εμβάλουν την ελαχίστην έστω αμφιβολίαν περί της εθνικής των αποκαταστάσεως, ενίσχυον τουναντίον το φρόνημα και εγιγάντωνον τη πεποίθησίν των. Εγνωριζον, ότι η υπόθεσις των στηρίζεται εις πολύ δυνατούς ώμους και πολύ στιβαρά χέρια. Επι τέλους η πολυπόθητος ημέρα εξημέρωσε. Περί την 3ην πρωινήν ώραν εθεάθησαν εις το βάθος του ορίζοντος υπο των αγραυλούντων εις την παραλίαν κατά την νύκτα εκείνην όγκοι μελανοί, μεγεθυνόμενοι από στιγμής εις στιγμήν και κατευθυνόμενοι εις τον λιμένα. (Εικόνα 1).
Ήσαν προφανώς κιβωτοί της διαθήκης, οι άγγελοι που ήρχοντο να ευαγγελισθούν την χαράν και την ανάστασιν, οι φέροντες τον στρατόν που δεν εγνώρισε ποτέ την ήτταν, διότι τον εγαλβάνιζεν η αισιοδοξία του Μεγάλου Κυβερνήτου και τον ενεψύχωνε το δίκαιον του αγώνος του.
Η είδησις μετεδόθη αστραπιαίως εις την πόλιν, οι κώδωνες των εκκλησιών διεσάλπισαν το χαρμόσυνον γεγονός και εις την μάλλον απομεμακρυσμένην καλύβην, και ιδού, εις ολίγα λεπτά της ώρας, η πόλις ολόκληρος, εξυπνήσασα με πραγματικόν το ονειρον, που επι τόσους αιώνας την εβαυκάλυψαν. Ο Μητροπολίτης Γερμανός, ο υποδιοικητής, ο Δήμαρχος και αι διάφοροι αρχαί, το γυμνάσιον, και αι λοιπαί σχολαί με το σώμα προσκόπων αναμένουν εις την παραλίαν. Πρώτος αποβιβάζεται μετά του επιτελείου του ο υποστράτηγος Μαζαράκης. Ο Στρατηγός με προφανή συγκίνησιν κατορθώνει να εκδηλώση ο,τι την στιγμήν εκείνην αισθάνεται. Πατεί πρώτος εις την ελληνικήν πλέον πόλιν του δεδε-αγατς. Επακολουθεί η αποβίβασις του στρατού της Μεραρχίας Ξάνθης.(Εικόνα 2)
Είναι όλοι διαλεχτοί, ηλιοκαεις, ευσταλείς και υπερήφανοι, πλήρεις αυτοπεποιθήσεως και ηθικού φρονήματος. Με τέτοιο στρατό δεν είναι παράξενον πως ενικήσαμεν. Ο κόσμος όλος εκσπά εις μίαν μυριόστομον ζητωκραυγήν υπέρ του στρατού και του Βενιζέλου, του Στρατηγού και των συμμάχων.
Μετά δε την πρόχειρον εγκατάστασιν του Στρατηγείου και τον στρατωνισμόν των ανδρών η πόλις ολόκληρος πλέει στο χακί. Το κυανούν και λευκόν στολίζουν και το τελευταίον σπιτάκι. Αψίδες προ πολλού έτοιμοι, διότι ήτο άγνωστος η προέλασις, τοποθετούνται αμέσως, στολίζονται με δάφνες. Μύρτα και άνθινοι στέφανοι στολίζουν τας εικόνας του Προέδρου, που αναρτώνται σωρηδόν. Εθνικά τραγούδια, ο ύμνος του Βενιζέλου, χοροί των μαθητών και των πολιτών είναι εκδηλώσεις του πλημμυρούντος τα στήθη ενθουσιασμού.
Καίτοι ο στρατός, κατά ρητήν διαταγήν, οφείλει να συνεχίση αυθημερόν την προέλασιν του, όμως δεν δύναται να αντιστή εις την επίμονον απαίτησιν των κατοίκων, ζητούνων, όπως δια μιαν τουλάχιστον ημέραν παρατείνη την εν τη πόλει διαμονήν του ινα δοθή ούτω καιρός εις αυτούς να δεξιωθώσιν ως έδει τους ελευθερωτάς των. Την επομένην περί την 10ην π.μ. οι κώδωνες της Μητροπόλως εκάλουν τους Έλληνες υπηκόους ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος είς πάνδημον δοξολογίαν.(Εικόνα 3)
Κατά ταύτην εν ή παρέστησαν πλήν των Ελλήνων και Γάλλων αξιωματικών ,πάσαι αι ξέναι κοινότητες μετά των σχολείων των, μηδέ της Βουλγαρικής εξαιρουμένης ,ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος ,διά λόγου μεστού υψηλών εννοιών και ρητορικής εξάρσεως, εξήρε την μεγάλην του γεγονότος σημασίαν. Μετά την δοξολογίαν εγένετο δεξίωσις των αξιωματικών υπό της Κοινότητος εν τω μεγάρω της Ιεράς Μητροπόλεως. Αι μαθήτριαι Αντύπα και Μολλά προσεφώνησαν τον στρατηγόν διά λίαν επικαίρων ποιημάτων. Δύο δε αλλαι μαθήτριαι προσέφερον εκ μέρους των διδακτηρίων της πόλεως ή μέν δαφνινον στέφανον εις τον στρατηγόν ή δε ανθοδέσμην μετα της σχετικής προσφωνήσεως εις τον παριστάμενον άκρως φιλέλληνα Γάλλον ταγματάρχην Φορ. Επακολουθεί είτα ο χαιρετισμός των ξένων κοινοτήτων, προς ας ο στρατηγός εκφράζει τας θερμάς του ευχαριστιας και αναπτύσσει την ισότητα και δικαιοσύνην, ων θα απολαμβάνουν υπό τον νέον καθεστώς. Οι πρόεδροι των κοινοτήτων φαίνονται κατενθουσιασμένοι από την μειλιχιότητα και ειλικρίνειαν του στρατηγού. Μετά ταύτα υπό τας επιδοκιμασίας όλων των παρισταμένων επισήμων ,ο στρατηγός απονέμει εις τον Φόρ το παράσημον της στρατιωτικής αξίας Α’ τάξεως .Ευγενής και υψηλή η ιδέα αύτη ,αλλ’αμοιβή ελαχίστη, δι όσα υπέρ των Ελλήνων της πόλεως ενήργησε.Ο στρατηγός εξελθών εις τον εξώστην ωμίλησεν εις το κάτωθεν αναμένον πλήθος (Εικόνα 4), μεθ΄ό όλη εκείνοι η μάζα χυθείσα εις την πόλιν, εφθασε, δια διαφόρων οδών, εις το Διοικητήριον ,όπου θ΄ανυψούτο η Ελληνική σημαία, υποστελλομένης της Γαλλικής. Ητο από τας σπανιας εκείνας στιγμάς της ζωής. Η αναπνοή όλων συνέχεται. Θρησκευτική σιγή απλούται εις όλην εκείνην την ανθρωποπλημμύραν. Οι οφθαλμοί θολοί από τα δάκρυα καρφώνονται επάνω εις την ήρεμα-ήρεμα ανερχομένην κυανόλευκον. Και όταν ανήλθεν είς τα ύψη και ήρχισαν να ριπίζωσιν αυτήν αι αύραι της Θράκης και να κορυφούται και να πλαταγίζει, έ τότε όλο το παριστάμενον πλήθος εξέσπασεν είς μίαν διάτορον ζητωκραυγήν. Αλληλοασπασμοί και διαχύσεις καθ όλην την ημέραν διεδήλουν την εθνικήν ανάστασιν μιάς πόλεως, που αμείωτον διετήρησε την πίστην προς τα εθνικά ιδεώδη. Γ.Ζ.
ΠΕΤΡΟΣ Γ. ΑΛΕΠΑΚΟΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: