Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Η Αλεξανδρούπολη (DEDEAGATCH) μεταξύ του μύθου και της ιστορίας


“Ανδρα μοι έννεπεν μούσα πολύτροπον ος μάλα πολλά πλάγχθη επι Τροίης ιερόν πτολίεθρον έπερσεν .......... Ἰλιόθεν με φέρων ἄνεμος Κικόνεσσι πέλασσεν, Ἰσμάρῳ· ἔνθα δ' ἐγὼ πόλιν ἔπραθον, ὤλεσα δ' αὐτούς. ... τόφρα δ' ἄρ' οἰχόμενοι Κίκονες Κικόνεσσι γεγώνευν, οἵ σφιν γείτονες ἦσαν, ἅμα πλέονες καὶ ἀρείους, ἤπειρον ναίοντες, ἐπιστάμενοι μὲν ἀφ' ἵππων ἀνδράσι μάρνασθαι καὶ ὅθι χρὴ πεζὸν ἐόντα”...“καὶ τότε δὴ Κίκονες κλῖναν δαμάσαντες Ἀχαιούς. Εξ δ' ἀφ' ἑκάστης νηὸς ἐϋκνήμιδες ἑταῖροι ὤλονθ'· οἱ δ' ἄλλοι φύγομεν θάνατόν τε μόρον τε” 

(Ομήρου Οδύσσεια)

Η πόλη μας, δημιούργημα της βιομηχανικής επανάστασης, όταν οι συνέπειες της έκαναν την εμφάνιση τους στην παραπαίουσα Οθωμανική αυτοκρατορία, ιδρύθηκε από την εταιρία των Ανατολικών Σιδηροδρόμων σε μια περιοχή που δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά παρθένα φύση. Όμως τόπος αυτός, τμήμα της πανάρχαιας θρακικής γης των Κικόνων, είχε μεγάλη ιστορία κρυμμένη μέσα του.
Στις απαρχές της δημιουργίας της, επισκέφτηκε την πόλη μας o Adolf Werthner, (18 July 1828 - 26 January 1906) δημοσιογράφος και ιδρυτής της αυστριακής εφημερίδας Neue Freie Press  ο οποίος δημοσίευσε σε συνέχειες στην εφημερίδα του, με τον τίτλο «Θρακικοί Σιδηρόδρομοι» το ταξίδι του με το τραίνο στην καινούργια σιδηροδρομική γραμμή επισκεπτόμενος την Φιλιππούπολη, την Αδριανούπολη, το Δεδεαγατς και τέλος την Κωνσταντινούπολη.
«H εφημερίδα Neue freie Presse 1874.»
Στο φύλλο της 1-8-1874 αναφέρεται στην περιοχή μας, με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο, κάνοντας σύνδεση της περιήγησης του με τον Όμηρο και την Ιλιάδα. Ας δούμε τι μας λέει :
«Κάθε βήμα προς τη θάλασσα μας φέρνει πιο κοντά στην ιστορία. Η Μαρίτσα είναι ο παλιός Εβρος και στην ευρεία πεδιάδα του, γεμάτη με μουριές, ήταν ο Δωρίσκος, όπου ο Ξέρξης μέτρησε ένα μέρος του στρατού του πριν συνεχίσει για την Ελλάδα. Τα Υψαλα που βρίσκονται απέναντι από τον τρίτο σιδηροδρομικό σταθμό του Bidigli, στην άλλη όχθη της Μαρίτσα, έχουν διατηρήσει το όνομα της πρώην Gypsela και τα Φέραι σήμερα Feredschik αναφέρονται στην Ιλιάδα. Μεταξύ αυτού του σταθμού και του Bidigli, το τρένο παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα πλήρως υπανάπτυκτο οροπέδιο.Κάτω από αυτό το ύψος, μέχρι το νότο, πάνω από τη Μαρίτσα, στον Κόλπο του Σάρου και της Χερσονήσσου νομίζω ότι είδα το φάντασμα του Τρωικού Ιδα. Τουλάχιστον μέχρι εκεί που εμφανίζεται μια μακρινή ορεινή μορφή, το περασμένο έτος σχεδίασα το περίγραμμα των Τρωϊκών Όρεων όπως φαίνεται από το Αιγαίο στο σκίτσο μου. Μοιάζει με ένα περίεργο θηρίο που κάμνει να σκεφτεί ή να υποθέσει κανείς ότι και η φύση έχει εντυπωσιακές ομοιότητες των μορφών της, όπως η ανθρώπινη φυλή. Η αφιλόξενη γη ολόγυρα ήταν των Κικόνων, που τόσο απρόσφορα απέρριψαν τον αρπακτικό Οδυσσέα, ένω πέρα ​​από τον Έβρο ήταν η Άψυνθος
Τα χρόνια εκείνα ο Ερρίκος Σλήμαν (Heinrich Schliemann) αποκάλυπτε την Τροία και δεν αποκλείεται να πέρασε και από εδώ, όπως υπαινίσσεται ο περιηγητής μας: 
«Ο Schliemann δεν μπορούσε να βοηθήσει αλλά ο μεγάλος τύμβος που εμφανίζεται στα αριστερά της εισόδου του Dédé-Aghadj "στην κορυφαία παραλία", μπορεί να εξηγηθεί ως ο τύμβος των «συντρόφων» του Οδυσσέα» και τα αγγεία που βρέθηκαν βορειότερα στην ψηλή όχθη, είναι ίχνη του θαυμάσιου Ίσμαρου, του λιμανιού των Κικόνων. Ο Στράβων μια φορά μετρά όλη αυτή την ακτή στην Ελλάδα.»
«Ο Τύμβος του Λεονταριδη-κατά τον περιηγητή τάφος των συντρόφων του Οδυσσέα.»
Η πρώτη εικόνα του οικισμού του Δεδεαγατς που συναντά δεν απέχει από αυτήν που όλοι πλέον γνωρίζουμε, μερικά κτίρια με πρώτους κατοίκους φυσικά τους μηχανικούς και τους εργάτες των σιδηροδρόμων: 
«Το τρένο μας έφθασε στις μία ώρα στο Dédé-Aghadj. Δεν είναι πόλη, ούτε λιμάνι, ούτε χωριό, παρα μια ρηχή ακτή, στην οποία τα κύματα χτυπούν, και πίσω της μια ευρεία πεδιάδα, που σκιάζεται από ένα μεγάλο δάσος και περιβάλλεται από μέτρια βουνά σε ένα ημικύκλιο. Ο σιδηρόδρομος διασχίζει αυτά τα δάση και συναντά τη θάλασσα τυχαία. Πρόκειται για ένα όμορφο μονοπάτι, μια ευχάριστη είσοδο, αλλά περίμενα κάτι άλλο, τουλάχιστον ένα τζαμί με μερικές αγροικίες. Το σπίτι του σταθμού, φυσικά, είναι εκεί, δίπλα σε μια ξύλινη καλύβα, που είναι το μεγάλο café de Dédé Aghadj, και λίγο πιο πίσω κατά μήκος της άκρης του δάσους, ένα μονώροφο ξύλινο σπίτι όπου ζουν οι μηχανικοί και ο αυστριακός Lloyd έθεσε προσωρινά το Γραφείο του. Ακόμη στην παραλία, τα προστατευτικά τοιχία για τις φορτηγίδες με χαμηλό βύθισμα έχουν κατασκευαστεί από μεγάλες τετράγωνες πέτρες.».
«Ο σταθμός Ανατολικών σιδηρόδρομων C O.»
Οι πέτρες αυτές του μώλου επαληθεύουν όσα γράφει ο Άγγελος Ποιμενίδης για το πρώτο λιμανάκι και μας δίνει και μια εξήγηση πως μεταφέρθηκαν εδώ. Μας λέει λοιπόν ότι αυτό χτίστηκε:

«από ύλικα πού τό περισσότερο μεταφέρεται από τα κάστρα και τά κτίσματα της άρχαίας Μεσημβρίας ή Ζώνης. Υπήρχαν εκεί, όπως και σή­μερα υπάρχουν και χαρακτηρίσθηκαν αρχαία μνημεία, πέτρες πελεκητές ορθογώνιες, (δόμοι) από τον εκεί αρχαίο λιμένα, από τα κάστρα, και τα αρχαία κτίρια τής Μεσημβρίας ή της ζώνης ή της Δρυός. Το υλικό, πωρόλιθοι πεντάγωνοι, φαίνεται καθαρά κατά μήκος του παλιού μώλου και στα κάστρα τής Μεσημβρίας, ζώνης, Δρυός, και είναι πανομοιότυπο. Εξάλλου οί παρακάτω τρεις άρχαιοπόλεις μάς προσέφεραν οικοδομικό υλικό και στά Δίκελλα και στην γειτονική νέα Μεσημβρία και άπ' αυτού πάρθηκαν οι αρχαίες επιγραφές "ΟΡΦΕΥΣ ΚΙΔΗΒΙΖΟΥ ΣΖΙΝΕΙΗ ΔΡΟΣΩΝΟΣ ΑΡΤΕΜΙΣΤΗ ΘΡΑΣΩΜΟΣ ΛΕΟΣΤΡΑΤΟΣ ΔΑΝΑΟΥ" κ.ά. που Βρίσκονται στα Μουσεία Κομοτηνής και Καβάλας. Ολα τα χωριά εκεί χτίστηκαν από τις πέτρες των άρχαιοπόλεων αυτών καθώς και το λιμανάκι μας. Εύκολο ήταν να πηγαινοέρχονται τα ιστιοφόρα και οι φορτηγί­δες στην Μεσημβρία για να μεταφέρουν πέτρα χαλώντας τά αρχαία κάστρα και τα σεμνά κτίσματα».
«Αρχαία αγκονάρια στο λιμανάκι.»
Βέβαια το λιμανάκι αυτό δεν μπορεί να προστατέψει τα μεγάλα ατμόπλοια της εποχής που προσέγγιζαν το Δεδεαγατς, όταν «αγρίως εµυκάτο ο νώτος µόνος του τόπου δεσπότης κατατρώγων δια των γιγαντίων του κυµάτων τα κόκκινα χώµατα», όπως μας λέει ο Αχιλλέας Σαμοθράκης. Έτσι και ο Αυστριακός περιηγητής επισημαίνει:
«Τα μεγαλύτερα ιστιοφόρα πλοία πρέπει να βρίσκονται μακριά στην ανοιχτή θάλασσα. Μια άγρια ​​νοτιοδυτική καταιγίδα ξέσπασε και το ατμόπλοιο του Lloyd μόλις ήρθε, έφυγε, επειδή καμία βάρκα δεν μπορούσε να τον προσεγγίσει εξαιτίας αυτού του ανέμου. Τον περασμένο χειμώνα, δύο ιστιοφόρα πλοία που χτυπήθηκαν από τον καιρό εξόκειλαν στην ακτή. Το ένα από αυτά, πολύ κοντά στον τύμβο Schliemann-Odyssey, προεξέχει πάνω από το νερό»
«Πλοίο που εξώκειλε στην παράλια της Μαΐστρου.»(FOTO 10ετίας 1980)
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ιστορία της ίδρυσης της πόλης μας θυμίζει Far West της Ανατολής, όπως μας υπενθυμίζει ο περιηγητής μας και επιπλέον δικαιολογεί την επιλογή της συγκεκριμένης τοποθεσίας που τόσο αμφισβητήθηκε από τους Αινίτες στην γνωστή τους διαμάχη με την πόλη μας:
«Θυμίζει το Dédé-Aghadi την Αμερική και τους εποίκους. Ως προς την επιλογή του τόπου, χωρίς αμφιβολία ήταν ο μόνος έγκυρος προορισμός για τη σιδηροδρομική γραμμή. Βόρεια τα βουνά προεξέχουν, στο νότο απλώνεται το δέλτα με την απρόσιτη Αίνο και τον κόλπο του Σάρου, ο οποίος επίσης είχε επιλεγεί, εδώ όμως υπάρχει περισσότερη προστασία από τις βορειοδυτικές καταιγίδες και οι λιμενικές κατασκευές βρίσκονται εκεί λόγω του ανώμαλου βάθους που αρχίζει από την ακτή. Εκατοντάδες εκατομμύρια έχουν ξοδευτεί εδώ. Όποιος βλέπει και δεν ακούει, θα δώσει δίκαιο στον πολύπειρο μηχανικό Pressel. Δεν πρότεινε κάτι νέο.»
Μπορεί να μην προϋπήρχε οικισμός στο Δεδεαγατς, όταν κτίστηκε ο σταθμός και τα πρώτα κτίρια, όμως τα αρχαία ερείπια γύρω αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα έντονης αρχαίας παρουσίας στην περιοχή:
«Στα ψηλώματα των βόρειων ακτών, κοντά στην μελλοντική πόλη, όπου τώρα εξαπλώνονται υπέροχα δάση, βρισκόταν ένας αρχαίος ελληνικός οικισμός, ίσως μια φορά κι έναν καιρό, ο Ίσμαρος, το φρούριο των Κικόνων, στο οποίο επιτέθηκε ο Οδυσσέας ή τα πιο ιστορικά Τέμπηρα. Εν πάση περιπτώσει, όπως υπονοεί το όνομά του, ένα ελληνικό μέρος που δεν υπάρχει πιά. Και πάλι πίσω στα ανατολικά, τοποθετημένα στις ανατολικές υπώρειες των οροσειρών, θα βρείτε τα ερείπια της Τραιανούπολης. Αν κάποιος ψάξει στο δάσος, μπορεί κανείς να βρει ακόμα το οδόστρωμα και το πεζοδρόμιο του παλιού ρωμαϊκού δρόμου, της Egnatia, που εκείνη την εποχή, καθώς δημιουργήθηκε ο σιδηρόδρομος, κυριολεκτικά σχεδόν εξαφανίστηκε. Είναι ένα ξέφωτο σε αυτά τα δάση, σε απόσταση λίγα βήματα από αυτόν τον ρωμαϊκό δρόμο, ο νέος σιδηρόδρομος και η καταθλιπτική άθλια προηγούμενη διαδρομή της τουρκικής κυβέρνησης δίπλα-δίπλα.»
Σύμφωνα με την αρχαιολόγο Πολυξένη Τσατσοπούλου η Αλεξανδρούπολη ταυτίζεται με την αρχαία Τέμπυρα, ενώ ο Ίσμαρος σύμφωνα με άλλους αρχαιολόγους τοποθετείται κοντά στην Μαρώνεια. Όσο για την Εγνατία, έχει εξαφανιστεί κάτω από την Αλεξανδρούπολη. Εντύπωση προκαλούν όσα περαιτέρω αναφέρει για έναν μεγαλοπρεπή τύμβο:
«Ο μηχανικός κ. Huber, Ελβετός, ο οποίος έγινε φίλος και ως φιλοξενούμενος με τον πιο φιλικό τρόπο, με ξενάγησε …. Απολαμβάνω το ηλιοβασίλεμα μετά από μεγάλες βόλτες σε γαλήνη και ησυχία, κάτω απο τη χρυσή μεγαλοπρέπεια του τύμβου στην «κορυφαία παραλία της Θάλασσας». Είναι ακριβώς όπως και οι άλλοι στην Τροία χτισμένος από πέτρινη τοιχοποιία και γεμάτη χώμα. Βλέπει κανείς τα νησιά Ίμβρος, Λήμνος, Θάσος και ακόμα πιο μακριά τον Άθω σαν σκιές πάνω στα σύννεφα, την κοντινή Σαμοθράκη με τα δάση και τα φαράγγια να διακρίνονται. Στο βορρά στα δεξιά το ακρωτήριο της Maronea με τις τρεις κορυφές και δίπλα σε αυτό και στο ευρύ ημικύκλιο οι δασώδεις πρόποδες της Ροδόπης. Η πεδιάδα ανάμεσα εκτείνεται από τα αριστερά προς τα νότια με τις βαλτώδεις στέπες του Έβρου. Εκεί, όπου βρίσκεται μια ευρεία έκταση ερήμου, βόσκουν μεγάλα κοπάδια καμήλες, που αναγγέλλουν την Ανατολή. Μόνο όταν κάποιος δει αυτό το ζώο, πιστεύει ότι είναι πολύ μακριά από την πατρίδα του»
«Καμήλες στo Δεδεαγάτς.»
Την ύπαρξη του τύμβου αυτού έχει επισημάνει και ο Ποιμενίδης:
«Ο ψηλός και θαυμαστός τύμβος κοντά στήν γέφυρα τού Μαΐστρου, και στις εκβολές του χειμά­ρρου -στούς λαχανοκήπους- πού χρησιμοποιήθηκε στον πόλεμο γιά παρατηρητήριο, οι δυό τρεις κοντινοί, ανατολικά του Μαΐστρου, πρέπει νά ερευνηθούν και νά αξιολογηθούν. Δεν αποκλείεται νά έμφανίσουν όπως στις Μυκήνες θαυμαστά ευρήματα. Ούτε επίσης αποκλείεται νά βρεθούν ανάγλυφα και αγάλματα του «Ηρωος της Θράκης» πού κυριαρχούν στήν προϊ­στορική Θράκη, περισσότερο άπό τόν Δία και τούς άλλους θεούς του Ελληνικού Πανθέου»
Αναμφίβολα η περιοχή έκρυβε απίστευτο φυσικό πλούτο, όπως αποκαλύπτεται από την περιγραφή της εκδρομής του συγγραφέα μας από το Δεδεαγατς στην Τραιανούπολη:
«Νωρίς το πρωί, που ήταν μια χρυσή ημέρα, ο κ. Huber με οδήγησε στην Τραιανούπολη με draisine. H σιδηροδρομική γραμμή που χρησιμοποιήσαμε κόβει τις υπώρειες των μεγάλων δασών του Dédé-Aghadj. Δεν μπορούσα να φανταστώ την αφθονία από πλατάνια, τα σφεντάμια, βελανίδια, και πώς οι τεράστιοι κορμοί και τα κλαδιά τους περιπλέκονται με αναρριχώμενα φυτά, πόσο ψηλά οι θάμνοι, οι μυρτιές, τα άγρια ​​κρίνα και οι νάρκισοι μεγαλώνουν. Όποιος θέλει να ξέρει τι αξίζει μια γη, ας ρωτήσει τα ζιζάνια τους. Στις κληματαριές ζουζούνιζαν πολύχρωμοι μελισσοφάγοι και ο αέρας γεμίζει με το σφύριγμα των νυχτερίδων. Κάτω από τους μικρούς κορμούς είναι γεμάτο πέρδικες και φασιανούς που τους χτυπάς από το βαγόνι, όταν οι μηχανικοί πρέπει να σταματήσουν . Μόνο τα αγριογούρουνα τα ζαρκάδια και τα ελάφια έχουν φύγει μακριά από τους ανθρώπους στα βουνά. Έτσι, όχι μόνο ο αρχαιολόγος, αλλά και ο κυνηγός βρίσκει την τύχη του εδώ. Άφοβοι βοσκοί στέκονταν με τις ψηλές γλίτσες τους και τα σκυλιά τους και κοιτάζουν περίεργα στα πόδια τους. Από το σκοτάδι των δασών, μπήκαμε στον ζεστό ήλιο των αμμουδερών αναχωμάτων της σιδηροδρομικής γραμμής και βρήκαμε χελώνες, γηραιές και νέες με ανοιχτό κίτρινο χρώμα. Οι απρόσεκτοι περιπατητές εγκλωβίζονται στις ράγες. Αν ακούτε έναν τροχό, τραβάτε μόνο τα πόδια σας και το κεφάλι σας. Είδαμε επίσης αρκετές που δεν είχαν κελύφη, αλλά και άλλες με κελύφη μαύρα σαν γάγγραινα. Μια γρήγορη πορεία, καθοδηγούμενη από τον άνεμο, μας έφερε μετά από μια ώρα στην άκρη των βουνών και με την πεζοπορία για άλλη μισή ώρα μέσα από ανθισμένα πεδία στα ερείπια της Τραϊανούπολης. Η πόλη ζούσε ακόμα ως αρχιεπισκοπή. Στεκόταν μπροστά από ένα ποτάμι, το οποίο σήμερα ονομάζεται Lydchak, σε ένα ελαφρώς αυξανόμενο λόφο μπροστά από τα βουνά και είμαι πεπεισμένος ότι σίγουρα υπάρχει απο κάτω ένα θέατρο, ή τουλάχιστον το περίγραμμα του, που είχε σε μεγάλο βαθμό θέα πάνω από την ξηρά προς τη θάλασσα. Στους άθικτους βράχους πάνω, υποψιάζομαι τους τάφους, καθώς συνήθως λείπουν σε τέτοια σημεία. Σε όλες τις πόλεις οι ιδρυτές τους στην αρχαιότητα ζήτησαν τέτοιες αναφορές σε ένα βουνό. Θεώρησαν ότι ήταν σοφό να καλύψουν τις πλάτες τους. Στις όχθες του Lydchak βρήκα ακόμα απομεινάρια από τα τείχη της αποβάθρας, σε μια ευρύ, κατάφυτη γη, καθώς το βουνό αυτό φαίνεται να κατεβάζει συνεχώς φερτές ύλες και η γύρω γη έχει αυξηθεί. Στην ακτή της βρίσκονται τα τέσσερα ερείπια που είναι ακόμα όρθια από την πόλη σήμερα: τρία μικρότερα κτίρια με τρούλο και ένα κτίριο σαν ένα επίμηκες πλοίο. Στην Ιταλία, θα αποκαλούσαν αυτό Βασιλική. Πιστεύω όλα αυτά συσχετίζονται με ιαματικά λουτρά. Μέχρι το ήμισυ του ύψους του είναι από χώμα, αλλά από τα τούβλα και τα όμορφα γείσα καθορίζεται το ρωμαϊκό στυλ της αρχιτεκτονικής της. Είναι το αδιαμφισβήτητο τούβλο, το κονίαμα που έχει έρθει από τη γη και τα τεράστια μαρμάρινα τετράγωνα μιας μεγάλης εποχής. Αργότερα, όμως, οι Τούρκοι έβαλαν για άλλη μια φορά κίτρινο ασβέστη πάνω του, από το οποίο εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιοι λεκέδες.
Περαιτέρω, μόνο οι δρόμοι και τα σπίτια αναγνωρίζονται, όπως και ο Ρωμαϊκός στρατιωτικός δρόμος καθώς φεύγει κανείς από την πόλη. Όλοι οι σωροί των ερειπίων σμίγανε άγρια,με τα αρωματικά τριαντάφυλλα, τους κίτρινους θάμνους, τα άγρια αμπέλια, μερικές φορές μια αμυγδαλιά, που έφερε μεγάλους καρπούς  και στραβούς κορμούς από συκιές. Η φύση έχει την ανάγκη να διακοσμήσει τα νεκροταφεία της. Κάτω από τον κήπο αυτό, είδα μια ατμοσφαιρική, πραγματικά ιστορική εικόνα. Το προσκήνιο γεμάτο λουλουδιασμένα ερείπια, στο μέσο η πράσινη γραμμή από τα πευκοδάση και τις κοκκινωπές καστανές στέπες του Έβρου με τις καμήλες που βόσκουν και τα εντυπωσιακά κύματα της θάλασσας. Στο βάθος ο όγκος της Σαμοθράκης, υψηλότερα από ό,τι θα περίμενε κανείς, με συννεφιασμένα βουνά και το ακρωτήριο με τις τρεις κορυφές της Μαρώνειας. Ο Rottmann θα είχε ζωγραφίσει το τοπίο με τέτοιο τρόπο, με γραμμές, χωρίς λεπτομέρειες, αλλά αφήνοντας το ιστορικό χρώμα να πέσει. Πόσες χιλιετίες βρίσκονται μπροστά μας:o σιδηρόδρομος, οι Κάβειροι και η υλιστική πίστη μας! Και όλα αυτά φαίνονται από ένα κομμάτι της γης, από ένα σωρό από τα ερείπια της μεγάλης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας»- Α.v. W.
«Λουτρά Τραιανουπόλεως (GAZI EBRENOS).»
Δυστυχώς ο φυσικός πλούτος της περιοχής μας έχει εξαφανιστεί ανεπιστρεπτί και μόνο κάποιες περιγραφές, όπως αυτή που μόλις παραθέσαμε, μας τον θυμίζουν. Είναι όμως υποχρέωση των αρχών του τόπου να αναδείξουν τον όποιο αρχαιολογικό πλούτο της περιοχής, που δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα, τώρα μάλιστα που την πόλη μας κοσμεί ένα αρχαιολογικό μουσείο.
Πέτρος Γ. Αλεπάκος
Δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Αυστριακή εφημερίδα Neue Freie Press, της 1-8-1874
2. Αγγελου Ποιμενιδη ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ.
3. Αγγελου Ποιμενιδη ΙΣΤΟΡΙΚΑ & ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞ/ΠΟΛΗ
4. Φωτοαρχείο: Γεωργίου Π.Αλεπάκου και internet

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Η Αλεξανδρούπολη δεν ξεχνά: 100 χρόνια από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου


(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο φύλλο 16232 Ιούλιος 2018 της εφημερίδας ‘ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΡΑΚΗ’)

Η έλευση του 1918 βρήκε την Αλεξανδρούπολη (τότε Dedeagatch) υπό βουλγαρική κατοχή, σχεδόν εγκαταλελειμμένη από τους Έλληνες κατοίκους της, που είχαν εκδιωχθεί από τις βουλγαρικές αρχές. Μετά την υπογραφή της ανακωχής από τη Βουλγαρία στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, ο βρετανικός στρατός μπήκε στη Σόφια και ο D’ ESPEREY, ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στο Μακεδονικό μέτωπο, έλπιζε ότι θα του δινόταν η ευκαιρία να εισβάλει στη Ρουμανία, με απώτερο στόχο την Βιέννη. Οι Βρετανοί επέμεναν να προελάσει ο Άγγλος στρατηγός Milne με στόχο την Κωνσταντινούπολη. Έδιναν όπως φαίνεται μεγάλη σημασία στην ευκαιρία που εμφανιζόταν να τιμωρήσουν την Οθωμανική αυτοκρατορία για την ματωμένη εκστρατεία στην Καλλίπολη, του 1915. Στη συμμαχική διάσκεψη που έγινε στις 4 Οκτωβρίου 1918, αποφασίστηκε τελικά ότι μια διεθνής δύναμη που θα την αποτελούσαν κυρίως ελληνικά και βρετανικά στρατεύματα θα βάδιζε από τη δυτική Θράκη εναντίον της Κωνσταντινούπολης υπό την ανώτατη ηγεσία του D’ ESPEREY, αλλά με άμεσο διοικητή τον Milne.
«Ο George Francis Milne (αριστερά) με τον Franchet d'Espèrey (δεξιά).»
Η εκστρατευτική αυτή δύναμη, που επίσημα ονομάστηκε ως «Ανατολικό Τμήμα των Συμμαχικών Δυνάμεων», σχηματίστηκε στις 6 Οκτωβρίου 1918 και αποτελούνταν από τις 22η, 26η, & 28η Βρετανικές μεραρχίες, την Ιταλική Ταξιαρχία Σικελίας, την 122η γαλλική μεραρχία και το Α Ελληνικό Σώμα με Διοικητή το Στρατηγό Ιωάννου, ενώ επρόκειτο να προστεθούν 2 μεραρχίες από το Σώμα Εθνικής Άμυνας. Αντικειμενικός σκοπός του νέου συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος ήταν η διάβαση του ποταμού Έβρου (Maritza) και η ταυτόχρονη επιθετική ενέργεια κατά της Αδριανούπολης, του Πυθίου (Kuleli Burgas) και των Υψάλων, με απώτατο στόχο φυσικά την Κωνσταντινούπολη. Οι δρόμοι όμως στην Ανατολική Μακεδονία που οδηγούσαν στα τουρκικά σύνορα πρακτικά δεν υπήρχαν. Στην καλύτερη των περιπτώσεων ήταν απλώς λασπόδρομοι ενώ η σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ Δοϊράνης και Σερρών είχε καταστραφεί.
Σε εφαρμογή του ανωτέρω σχεδίου η 22η Βρετανική Μεραρχία που βρισκόταν στην περιοχή των Σερρών μετακινήθηκε στο Σταυρό της Χαλκιδικής όπου και έφθασε στις 20 Οκτωβρίου 1918. Από εκεί επιβιβάσθηκε στις 25 Οκτωβρίου σε 17 Βρετανικά αντιτορπιλικά για να μεταφερθεί στο τότε Δεδεαγατς. Η απόβαση θα καλυπτόταν και από ανιχνευτικά. Έχοντας όμως σαλπάρει, ο καιρός δεν επέτρεπε την απόβαση και έτσι επέστρεψε στο Σταυρό Χαλκιδικής. Στις 27 Οκτωβρίου επιβιβάστηκε ξανά και τελικά αποβιβάστηκε με επιτυχία στις 28 Οκτωβρίου 1918 στο Δεδεαγατς. Η Βρετανική μεραρχία αμέσως μετά την αποβίβαση άρχισε να κινείται προς τον ποταμό Έβρο με σκοπό τη δημιουργία προγεφυρώματος στα Ύψαλα, το οποίο και εγκατέστησε ενώ ετοιμαζόταν να διασχίσει τον ποταμό και σε άλλα σημεία. Παράλληλα η 122η Γαλλική Μεραρχία, που έφθασε από τη Δράμα έλαβε θέσεις προκαλύψεως από το Σουφλί μέχρι το Αχούρμπεη (σημερινό Χειμώνιο), με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της σιδηροδρομικής γραμμής Αδριανούπολης - Δεδεαγατς για την ελεύθερη χρησιμοποίηση της.
Πώς όμως αντίκρυσαν την πόλη μας τα βρετανικά στρατεύματα; Την απάντηση μας δίνει ένα σχεδόν χρόνο μετά (20-11-1919) ο δημοσιογράφος Κονιτόπουλος απεσταλμένος της αθηναϊκής εφημερίδας «Πατρίς», που την αντιγράφουμε με την ορθογραφία του πρωτοτύπου πλην του πολυτονικού:
«Παντού ερείπια, παντού σπίτια χωρίς παράθυρα και πόρτες, χωρίς προσόψεις, χωρίς στέγας. Μέγαρα ολόκληρα είχον μεταβάλει εις σταύλους και άλλα εις αποθήκας. Έάν εσώθησαν δέ μερικά έξ αυτών, τούτο συνέβη, διά τόν απλούστατον λόγον, ότι εχρησιμοποιούντο ώς δημόσια καταστήματα... Από τον ωραίον όσov και απέραντον ατμόμυλον Πρωτόπαπα δέν σώζονται παρά ερείπια... Τά πλείστα των καταστημάτων είνε κλειστά... Εντός του λιμένος δέν υπάρχουν παρά συντρίματα ναυαγίων, θυμάτων των βομβαρδισμών... Οι ωραίοι λιμενοβραχίονες και αί ωραιότεραι αποβάθραι του λιμένος έχουν καταστραφεί τελείως, η δε παραλία ολόκληρος έχει μεταβληθή εις άμορφον σωρόν ερειπίων. Διακρίνομεν ακόμη τά βουλγαρικά χαρακώματα, μπουαγιώ, αμπρι και πυροβολεία, τα οποία είχον κατασκευάσει οι Βούλγαροι προς άμυναν του λιμένος και τά οποία ό Συμμαχικός στόλος κατέστρεψε τελείως κατά το 1915. Μόνον ο φάρος παραμένει άθικτος. Πειό πέρα βρίσκεται σωριασμένη μιά μάζα σκελετών, βαγονιών που κατέστρεψαν τά κανόνια τών στόλων. Τά πάντα εδώ μας παρουσιάζουν το πεδίον μίας μάχης. Και δείχνουν τήν θέσιν τών ηττημένων.»
Όσα έγραψε ο Κονιτόπουλος επιβεβαιώνονται από τις φωτογραφίες που τράβηξε με το φωτογραφικό του φακό ο Sir Thomas Harley, που υπηρετούσε ως ταγματάρχης στο 9ο τάγμα του Βασιλικού συντάγματος του Λανκαστερ (King’s Own Royal Lancaster Regiment).
Το τάγμα του Sir Thomas έφτασε στην πόλη μας με το αντιτορπιλικό του Βασιλικού Ναυτικού HMS SHARK. Το σημείο στο οποίο έγινε η αποβίβαση ήταν στην παραλία μπροστά περίπου από τη σημερινή Νομαρχία μέχρι τις αποθήκες της ΚΥΔΕΠ, όπου τότε βρισκόταν ο ατμόμυλος του Πρωτόπαππα. Εκεί υπήρχαν αρκετές εξέδρες που εισχωρούσαν μέσα στη θάλασσα και είχαν κατασκευαστεί πριν πολλά χρόνια κατά την κατασκευή του σιδηροδρόμου.
«Ο ερειπωμένος Μύλος Πρωτόπαπα 1918. Μπροστά εγκαταλελειμμένα βαγόνια.»
Οι 9 αποθήκες στο λιμάνι δεν υπήρχαν πια και τα ερείπια τους είχαν καθαριστεί. Χάσκει μόνο μια από τις σιδερογέφυρες που συνέδεαν τις αποθήκες με το λιμάνι, μετέωρη, να θυμίζει ότι κάποτε από εδώ περνούσε όλο σχεδόν το εμπόριο της Αδριανούπολης.
«Οι γκρεμισμένες αποθήκες του λιμανιού - Νοέμβριος 1918.»
Η παραλία ήταν γεμάτη χαρακώματα και αμπρί. Ο σιδηροδρομικός σταθμός των ανατολικών σιδηροδρόμων ο λεγόμενος Γαλλικός, έδειχνε έρημος και εγκαταλειμμένος γιατί μετακινήσεις επιβατών δεν γίνονταν πλέον αφού η πόλη μας είχε αδειάσει από τους κατοίκους της και μόνο στρατιώτες κατοικούσαν σε αυτή. Οι μόνες λοιπόν μετακινήσεις ήταν στρατιωτικές. Ο δεύτερος σταθμός της ενωτικής γραμμής ήταν φυσικά κατεστραμμένος από το βομβαρδισμό του 1915. Μπροστά από το σταθμό διακρίνονται χαρακώματα που είχαν κατασκευάσει οι βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής.
Δίπλα στο σταθμό βρισκόταν το ερειπωμένο κουφάρι του ατμόμυλου Πρωτόπαππα, το οποίο θύμισε στον Sir Thomas εργοστάσιο καπνού. Μπροστά κατεστραμμένα βαγόνια σε τίποτα δεν θυμίζουν τις μεγάλες δόξες του παρελθόντος, άλλο ένα θύμα του πολέμου και ειδικότερα εκείνου του τρομερού βομβαρδισμού του 1915.
Το τάγμα του Sir Thomas εγκαταστάθηκε στα περίχωρα της πόλης μας και έθεσε υπό τον έλεγχο της τον Πόταμο που ήταν μεγάλο βουλγαρικό κεφαλοχώρι και είχε ως συγκοινωνιακός κόμβος μεγάλη στρατιωτική σημασία. Στον Πόταμο υπήρχαν αρκετοί βούλγαροι αγωγιάτες με καμήλες ή γαιδάρους. Εντύπωση προκαλούν οι πολλές καμήλες στην περιοχή τις οποίες και φωτογράφισε.
«Βρετανικός Σταθμός Α Βοηθειών.»
Οι Βρετανοί παράλληλα εργάστηκαν για τη επιδιόρθωση των σιδηροδρομικών γραμμών, ενώ εγκατέστησαν σταθμό Α Βοηθειών, που λειτούργησε μέχρι τα τέλη του έτους. Δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι πολλοί βρετανοί στρατιώτες πέθαναν από τον Οκτώβριο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1918 εξαιτίας βρογχοπνευμονίας, τύφου και γρίπης. Για το λόγο αυτό κατασκευάστηκε το Βρετανικό Στρατιωτικό Κοιμητήριο (Dedeagatch British Cemetery). Συνολικά σε αυτό θάφτηκαν 64 βρετανοί στρατιωτικοί, μέσα στους οποίους περιλαμβάνονται 18 που μεταφέρθηκαν από αλλού, όπως δυο πιλότοι της Βασιλικής Ναυτικής Αεροπορίας που σκοτώθηκαν το 1917 (προφανώς από κατάρριψη του αεροπλάνου τους) καθώς και δυο ναυτικοί που σκοτώθηκαν το 1915. Πάντως ο τελευταίος χρονολογικά πέθανε στις 27-12-1918.
Το Βρετανικό Βασιλικό Πολεμικό Ναυτικό έκανε θαυμάσια δουλειά με το να καθαρίσει από νάρκες την θαλάσσια περιοχή μπροστά από το όρμο του Δεδεαγατς και να βοηθήσει στη μεταφορά στρατευμάτων και εφοδίων.
Επίσης άλλες μονάδες στο Δεδεαγατς ξεκίνησαν άμεσα την προετοιμασία ενός αεροδρομίου! Αυτό σύμφωνα με μαρτυρίες βρισκόταν στην τοποθεσία μεταξύ του σημερινού πρώτου Δημοτικού Σχολείου και του σημερινού ναού της Αγίας Κυριακής. Μάλιστα σε παλαιά συμβολαιογραφικά έγγραφα η τοποθεσία αναφέρεται ως περιοχή παλαιού αεροδρομίου.
Οι Τούρκοι από το φόβο της επικείμενης επιθέσεως και με το στρατό τους αιχμαλωτισμένο και υποχωρούντα στην Βόρεια Παλαιστίνη και στη Συρία από τις δυνάμεις του στρατηγού Allenby, στις 30 Οκτωβρίου 1918 υπέγραψαν και αυτοί ανακωχή στο Μούδρο της Λήμνου με τον Άγγλο ναύαρχο Κάλθορπ (Calthorpe) ο οποίος ενήργησε εν ονόματι των συμμάχων. Η ανακωχή ανακοινώθηκε στο στράτευμα στις 31 Οκτωβρίου.  
«Διπλάνα πάνω από το Φάρο.»
Έτσι η 222η μοίρα της Βρετανικής Βασιλικής αεροπορίας από τη Θάσο όπου προηγουμένως έδρευε, μετεστάθμευσε στο Δεδεαγατς, αλλά δεν έμεινε για πολύ αφού σύντομα ο πόλεμος τελείωσε.
«Βρετανικό πολεμικό αεροπλάνο.»
Η 122η Γαλλική Μεραρχία διατάχθηκε να συγκεντρωθεί στο Δεδεαγατς απ’όπου θα μεταφέρετο ατμοπλοϊκώς στο Βόσπορο. Η 22η μεραρχία, παρέμεινε στην πόλη μας περίπου δυο βδομάδες και τελικά διατάχθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1918 να επιστρέψει στον Σταυρό, σιδηροδρομικώς. Εντωμεταξύ στις 10 Νοεμβρίου 1918, μια μόλις ημέρα πριν τη λήξη του πολέμου, αποβιβάστηκε στο Δεδεαγατς ένα βρετανικό τάγμα (6th Garrison Battalion), με Διοικητή τον ταγματάρχη Charles de Robeck και ανέλαβε αμέσως τη φύλαξη της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης - Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάρκεια του Χειμώνα ο de Robeck ανακλήθηκε πίσω και η διοίκηση πέρασε στον ταγματάρχη E. Greenfield. Σύμφωνα με τα βρετανικά στρατιωτικά αρχεία κανένα περιστατικό αξιομνημόνευτο δε συνέβη.
«Πετώντας στα Δαρδανέλια προς την Κωνσταντινούπολη.»
Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι στο φύλλο της 10ης Ιανουαρίου 1919 της Νεοζηλανδικής εφημερίδας «THE HAWERA AND NORMANBY STAR», αναδημοσιεύθηκε άρθρο με τίτλο "Μια Μεγαλοπρεπής Ναυτική παρέλαση, μέσω των Δαρδανελλίων" του διάσημου Βρετανού ανταποκριτή στο μακεδονικό μέτωπο Ward Price, που περιέγραψε τις προετοιμασίες της εισόδου του συμμαχικού στόλου στα Δαρδανέλια με προορισμό την Κωνσταντινούπολη πετώντας πάνω από το λιμάνι του Μούδρου με αεροπλάνο που απογειώθηκε από το Δεδεαγατς:
«Τα τελευταία στάδια της προετοιμασίας είναι σε εξέλιξη για τη μεγάλη ναυτική επίδειξη που θα σηματοδοτήσει τη νίκη των συμμαχικών όπλων πάνω από την Τουρκία και την καταστροφή του γερμανικού ονείρου στην Εγγύς Ανατολή. Εδώ στο μεγάλο κόλπο υπάρχει μια μεγάλη συγκέντρωση πολεμικών πλοίων των τεσσάρων Συμμάχων κυρίως, - Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία και Ελλάδα. Η θέα αυτών πάνω από το λιμάνι του Μούδρου, όταν έφτασα αεροπορικώς από το Dedeagatch, θα παραμείνει πολύ στη μνήμη μου. Ήταν μάταιο να προσπαθήσουμε να μετρήσουμε τα πλοία. Το μάτι χανόταν μέσα σε μια σύγχυση από σκάφη κάθε είδους και μεγέθους, Βρετανικά Dreadnoughts, μεγάλα γαλλικά θωρηκτά, Ιταλικά, ένα Ελληνικό πλοίο που αγοράστηκε από την Αμερική, με πλέγμα ιστού, λεπτά κρουαζιερόπλοια, ανιχνευτικά, διάσπαρτα αντιτορπιλικά, τράτες κοντά η μια στην άλλη, πολλά περιπολικά ζωγραφισμένα με σχέδια ζέβρας, υποβρύχια και ένα τεράστιο πλήθος, συνοδευτικά, πλοία αποθήκευσης, επισκευαστικά πλοία, πυροσβεστικά, δεξαμενόπλοια και διάφορα μικρά πλοία...»
«Συμμαχικός Στόλος στο Μούδρο.»
Πολύτιμη υπήρξε στην πόλη μας κατά τη σύντομη Βρετανική κατοχή, η συνδρομή του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που με επικεφαλής την Πηνελόπη Στεφάνου Δέλτα, τον γαμπρό της Αλέξανδρο Ζάννανεαρό αξιωματικό της αεροπορίας και την Ελλη Αδοσίδου, ανέλαβε μαζί με τον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό το δύσκολο έργο της υποδοχής και περιθάλψεως των Ελλήνων ομήρων από τα βουλγαρικά στρατόπεδα, με τη συνδρομή της Βρετανικής επιμελητείας.
Ο ιστορικός Γ. Ρούσσος σε σειρά αφηγημάτων που δημοσίευσε στο ΒΗΜΑ το 1964 με τίτλο Ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ περιέχει αποσπάσματα σημειώσεων της κ. Αδοσίδου που περιγράφουν με τον πιο δραματικό τρόπο τα δεινά που υπέστησαν οι χιλιάδες παλιννοστούντες πρόσφυγες εξ αιτίας της βάναυσης και εγκληματικής συμπεριφοράς των ηττημένων βουλγάρων στην πόλη μας, τα οποία παραθέτουμε με την ορθογραφία του πρωτοτύπου πλην του πολυτονικού:
«Εις την Αλεξανδρούπολιν, τότε Δεδέαγατς, η επιτροπή ήλθε εις επικοινωνίαν με τον διελθόντα εκείθεν αρχηγόν των αγγλικών δυνάμεων, στρατηγόν Μίλν, εις τόν οποίον ο Αλέξανδρος Ζάννας έδωσε πλήρη και κατατοπιστικά στοιχεία «περί της καταστάσεως των ομήρων, ποίας μεταχειρίσεως υφίσταντο από τους Βουλγάρους, που ήσαν συγκεντρωμένοι οι περισσότεροι, κλπ. Ο Βρεττανός στρατηγός έφριξε απ' όσα του εξέθεσε ό Ζάννας. Και πήρε και αυτός το ζήτημα απάνω του. Ητο ακόμη το τραίνο του Άγγλου στρατηγού στον σταθμό όταν κατέφθασε ένας ολόκληρος, μακρύς συρμός, γεμάτος ομήρους, ό μεγαλύτερος ώς τώρα πού κατευθύνετο προς τα ελληνικά σύνορα. Μόλις σταμάτησε, ξεχύθηκε ένα κύμα από ανθρώπινα ράκη. Από μερικά, όμως, βαγόνια δεν βγήκε κανείς. Πήγα να δώ διατί. Όλοι, άνδρες. γυναίκες, γέροι, παιδιά, ήσαν κατάκοιτοι, ώς επί το πλείστον με τύφο και πνευμονία. «Κατάκοιτοι», δηλαδή, είναι τρόπος του λέγειν, διότι δεν υπήρχε χώρος γιά να πλαγιάσουν οι 50-55 στοιβαγμένοι επιβάται του βαγονιού. Σέ δυό βαγόνια βρήκα τρελλους καί πεθαμένους. Ευτυχώς, ό στρατηγός Μίλν αντελήφθη ιδίοις ομμασι την κατάσταση και η αγανάκτησή του ητο μεγάλη, τόση ώστε όταν μπαίνοντας στον σταθμό, όπου ή βουλγαρική τιμητική φρουρά του παρουσίασε όπλα και η στρατιωτική τους μπάντα ανέκρουσε τον αγγλικόν ύμνον, ο Μίλν γύρισε και με απότομη χειρονομία τους απέπεμψε λέγοντας: «Δέν δέχομαι τιμάς από ητημένους». Εκτός τού συρμού αυτού των ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΕΠΤΑ ΒΑΓΟΝΙΩΝ, πού είχε καταφθάσει το πρωί, ανακαλύψαμε ότι σέ κάποια νεκρά γραμμή ευρίσκοντο ΑΛΛΑ ΤΡΙΑΝΤΑΤΡΙΑ ΒΑΓΟΝΙΑ ασφυκτικά γεμάτα με ομήρους πού ήσαν και αυτοί στην ίδια τραγική κατάσταση»
«Πρόσφυγες πάνω στα τραίνα.»
Ο Α. Χαλκιόπουλος, ως αντινομάρχης στην Καβάλα στην από 22-11-1918 αναφορά του προς τους κυβερνητικούς αντιπροσώπους στην Δράμα, αναφέρει συγκεκριμένα τα όσα του διηγήθηκε ο υπεύθυνος του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στη Καβάλα λοχαγός Johnson:
«Μόλις λίγες μέρες πριν το τραίνο που έφερε αυτούς τους πρόσφυγες σταμάτησε και άφησε 900 απ’αυτούς 6 χιλιόμετρα από το Δεδεαγατς όπου εγκαταλείφτηκαν στην ύπαιθρο και υπέφεραν τρομερά από την έκθεση πολλοί δε απ’αυτούς πέθαναν. Μετά από την πάροδο κάποιου χρόνου ο Αμερικάνικος Ερυθρός Σταυρός πληροφορήθηκε τι συνέβη και υποχρέωσε τις βουλγαρικές αρχές να στείλουν ειδικό τραίνο να τους παραλάβει και να τους φέρει στο Δεδεαγατς... Αμέσως τους χορηγήθηκαν φαγητό και φάρμακα και πολλοί απ’αυτούς σωθήκαν από το θάνατο. Ορισμένοι από τους πρόσφυγες άφησαν το τραίνο να βρουν νερό και οδηγήθηκαν στη φυλακή, όμως μεσολάβησαν οι Αμερικανοί και τους απελευθέρωσαν. Οι γυναίκες και τα κορίτσια τοποθετήθηκαν σε ξεχωριστά φορτηγα βαγόνια, όμως Βούλγαροι αξιωματικοί και στρατιώτες έμπαιναν σε αυτά και τις εξόργιζαν. Σχετική παρέμβαση των Αμερικανών είχε ως αποτέλεσμα να τοποθετηθούν Γάλλοι στρατιώτες ως φρουροί σε αυτά τα φορτηγά»
Τραγική ήταν η εικόνα των προσφύγων όπως περιγράφεται σε αναφορές του Αμερικάνικου Ερυθρού Σταυρού:
«Δεν παραλάβαμε άνδρες αλλά σκελετούς. Αυτό δεν είναι τρόπος του λέγειν αλλά πραγματικό γεγονός. Στο Δεδεαγατς περιθάλψαμε ανθρώπους των οποίων τα πόδια και τα χέρια και όλο το σώμα δεν ήταν τίποτα παρά δέρμα και κόκαλα. Τα πόδια πολλών μικρών παιδιών ήταν νεκρωμένα και παραλυμένα. Από την αδυναμία της πείνας ήταν ανίκανα να σταθούν όρθια...»
ή ως εξής:
«6 Αγγλίδες νοσοκόμες πέθαναν στο Δεδεαγατς και θάφτηκαν. Οι νεκροθάφτες δεν είχαν προλάβει να εξαφανιστούν όταν εντελώς γυμνοί και πεινασμένοι πρόσφυγες έσπευσαν να τις ξεθάψουν και να πάρουν τα ρούχα τους. Τέτοια ήταν η ανάγκη τους να καλύψουν τη γύμνια τους!...»
Δεν γνωρίζουμε αν θα γινόταν με τον ίδιο ομαλό τρόπο η μετάβαση της Δυτικής Θράκης αρχικά στο καθεστώς της Διασυμμαχικής κατοχής της THRACE INTERALLIE και στην συνέχεια στη μητέρα πατρίδα, αν δεν είχε προηγηθεί η στρατιωτική της κατοχή από τις δυνάμεις της Ανταντ (Entente) το 1918.
Προς τιμή πάντως των ανθρώπων αυτών που πέρασαν αλλά και όσων παρέμειναν για πάντα στην αγκαλιά της μάνας Θρακικής γής, τώρα που συμπληρώνεται ένας αιώνας από τότε, θα πρέπει οι αρχές του τόπου να εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο πραγματοποίησης εκδηλώσεων μνήμης και κατάθεσης στεφάνων στο Βρετανικό νεκροταφείο της Αλεξανδρούπολης, την επέτειο της λήξης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με συμμετοχή εκπροσώπων όλων των τότε συμμαχικών δυνάμεων.


Πέτρος Γ. Αλεπάκος
Δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Γ.Ρούσσος ΒΗΜΑ 14-5-1964
2. THE HAWERA AND NORMANBY STAR. FRIDAY, JANUARY 10, 1919.
3. εφημερίδα Πατρίς 20-11-1919
4. The Royal Air Force - Volume 2: An Encyclopedia of the Inter-War Years 1930-1939 Ian Philpott
5. SALONICA AND AFTER THE SIDESHOW THAT ENDED THE WAR BY H. COLLINSON OWEN, Editor of The Balkan News, and Official Correspondent in the Near East HODDER AND STOUGHTON LONDON NEW YORK TORONTO MCMXIX
6. War Record of 4th Battalion King's Own Scottish Borderers, Brown, Sorley, 1920
7. Regimental Records of the Royal Welch Fusiliers, C. Dudley Ward, 1929
8. Collection of Sir Thomas Harley, King’s Own Royal Lancaster Regiment Museum
9.  Reports of the American Red Cross Commissions upon their activities in Macedonia, Thrace, Bulgaria, the Aegean Islands and Greece, Oxford University Press 1919
10. History of American Red Cross Nursing Red Cross Un. States.American National Red CrossNursing, 1922
11. Φωτοαρχείο: Γεωργίου Π.Αλεπάκου και internet

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Τη χρονιά που οι Βρετανοί κατέλαβαν την Αλεξανδρούπολη (ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ) (1918-1919)

«Ο Συμμαχικός Στόλος προ της Καλλίπολης.»
Σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής, που υπέγραψε η Βουλγαρία με τις δυνάμεις της Αντάντ (Entente Cordiale), στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, θα έπρεπε αυτή να διαλύσει το στρατό της, να παραδώσει τον οπλισμό της και να επιτρέψει τους Συμμάχους να χρησιμοποιούν το έδαφος και τους σιδηροδρόμους της για να συνεχιστεί ο πόλεμος.
Οι Βρετανοί μπήκαν στη Σόφια και ο D’ ESPEREY, ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στο Μακεδονικό μέτωπο, έλπιζε ότι θα του δινόταν η ευκαιρία να εισβάλει στη Ρουμανία, με απώτερο στόχο την Βιέννη, αλλά οι Βρετανοί επέμεναν να προελάσει ο Άγγλος στρατηγός Milne με στόχο την Κωνσταντινούπολη. Οι Βρετανοί έδιναν μεγάλη σημασία στην ευκαιρία που εμφανιζόταν να τιμωρήσουν την Οθωμανική αυτοκρατορία για την ματωμένη εκστρατεία στην Καλλίπολη. Στη συμμαχική διάσκεψη που έγινε στις 4 Οκτωβρίου 1918, βρέθηκε μια συμβιβαστική λύση. Μια διεθνής δύναμη που θα την αποτελούσαν κυρίως ελληνικά και βρετανικά στρατεύματα θα βάδιζε εναντίον της Κωνσταντινούπολης υπό την ανώτατη ηγεσία του D’ ESPEREY, αλλά με άμεσο διοικητή τον Milne.
«Ο George Francis Milne (αριστερά) με τον Franchet d'Espèrey (δεξιά).»
Έτσι ο στρατηγός Milne συγκέντρωσε μια δύναμη για να τη μεταφέρει στα τουρκικά σύνορα. Η εκστρατευτική δύναμη, που επίσημα ονομάστηκε ως «Ανατολικό Τμήμα των Συμμαχικών Δυνάμεων», σχηματίστηκε στις 6 Οκτωβρίου 1918 και αποτελούνταν από τις 22η, 26η, & 28η Βρετανικές μεραρχίες, την Ιταλική Ταξιαρχία Σικελίας, την 122η γαλλική μεραρχία και το Α Ελληνικό Σώμα με Διοικητή το Στρατηγό Ιωάννου, ενώ επρόκειτο να προστεθούν 2 μεραρχίες από το Σώμα Εθνικής Άμυνας.
Αντικειμενικός σκοπός του νέου συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος ήταν ο ακόλουθος: με αιφνιδιαστική κίνηση θα διασχιζόταν ο ποταμός Έβρος (Maritza) και τρία προγεφυρώματα θα εγκαθίσταντο στις όχθες του από τα οποία τρεις επιθετικές ενέργειες θα επιχειρούνταν κατά της Αδριανούπολης, του Πυθίου (Kuleli Burgas) και των Υψάλων αντίστοιχα. Οι δρόμοι όμως στην Ανατολική Μακεδονία που οδηγούσαν στα τουρκικά σύνορα πρακτικά δεν υπήρχαν. Στην καλύτερη των περιπτώσεων ήταν απλώς λασπόδρομοι ενώ η σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ Δοϊράνης και Σερρών είχε καταστραφεί.
Σε εφαρμογή του ανωτέρω σχεδίου η 22η Βρετανική Μεραρχία που βρισκόταν στην περιοχή των Σερρών μετακινήθηκε στο Σταυρό της Χαλκιδικής όπου και έφθασε στις 20 Οκτωβρίου 1918. Από εκεί επιβιβάσθηκε στις 25 Οκτωβρίου σε 17 Βρετανικά αντιτορπιλικά για να μεταφερθεί στο Δεδεαγατς. Η απόβαση θα καλυπτόταν και από ανιχνευτικά. Έχοντας όμως σαλπάρει, ο καιρός δεν επέτρεπε την απόβαση και έτσι επέστρεψαν στο Σταυρό Χαλκιδικής. Στις 27 Οκτωβρίου επιβιβάστηκαν ξανά και τελικά αποβιβάστηκαν με επιτυχία στις 28/10/1918 στο Δεδεαγατς
Πώς όμως αντίκρυσαν την πόλη μας τα βρετανικά στρατεύματα; Μια χαρακτηριστική εικόνα μας δίνει ένα σχεδόν χρόνο μετά (20-11-1919) ο δημοσιογράφος Κονιτόπουλος απεσταλμένος της αθηναϊκής εφημερίδας «Πατρίς»!
«Παντού ερείπια, παντού σπίτια χωρίς παράθυρα και πόρτες, χωρίς προσόψεις, χωρίς στέγας. Μέγαρα ολόκληρα είχον μεταβάλει εις σταύλους και άλλα εις αποθήκας. Έάν εσώθησαν δέ μερικά έξ αυτών, τούτο συνέβη, διά τόν απλούστατον λόγον, ότι εχρησιμοποιούντο ώς δημόσια καταστήματα. ... Από τον ωραίον όσov και απέραντον ατμόμυλον Πρωτόπαπα δέν σώζονται παρά ερείπια ... Τά πλείστα των καταστημάτων είνε κλειστά. ... Εντός του λιμένος δέν υπάρχουν παρά συντρίματα ναυαγίων, θυμάτων των βομβαρδισμών. ... Οι ωραίοι λιμενοβραχίονες και αί ωραιότερα αποβάθραι του λιμένος έχουν καταστραφεί τελείως, η δε παραλία ολόκληρος έχει μεταβληθή εις άμορφον σωρόν ερειπίων. Διακρίνομεν ακόμη τά βουλγαρικά χαρακώματα, μπουαγιώ, αμπρι και πυροβολεία, τα οποία είχον κατασκευάσει οι Βούλγαροι προς άμυναν του λιμένος και τά οποία ό Συμμαχικός στόλος κατέστρεψε τελείως κατά το 1915. Μόνον ο φάρος παραμένει άθικτος. Πειό πέρα βρίσκεται σωριασμένη μιά μάζα σκελετών, βαγονιών που κατέστρεψαν τά κανόνια τών στόλων. Τά πάντα εδώ μας παρουσιάζουν το πεδίον μίας μάχης. Και δείχνουν τήν θέσιν τών ηττημένων.»
Όσα έγραψε ο Κονιτόπουλος επιβεβαιώνονται από τις φωτογραφίες που τράβηξε με το φωτογραφικό του φακό ο Sir Thomas Harley, που υπηρετούσε ως ταγματάρχης στο 9ο τάγμα του Βασιλικού συντάγματος του Λανκαστερ (King’s Own Royal Lancaster Regiment).
Το τάγμα του Sir Thomas έφτασε στην πόλη μας με το αντιτορπιλικό του Βασιλικού Ναυτικού HMS SHARK. Το σημείο στο οποίο έγινε η αποβίβαση ήταν στην παραλία μπροστά περίπου από τη σημερινή Νομαρχία μέχρι τις αποθήκες της ΚΥΔΕΠ, όπου τότε βρισκόταν ο ατμόμυλος του Πρωτόπαππα. Εκεί υπήρχαν αρκετές εξέδρες που εισχωρούσαν μέσα στη θάλασσα και είχαν κατασκευαστεί πριν πολλά χρόνια κατά την κατασκευή του σιδηροδρόμου.
«Ο ερειπωμένος Μύλος Πρωτόπαπα 1918. Μπροστά εγκαταλελειμμένα βαγόνια.»
Οι 9 αποθήκες στο λιμάνι δεν υπήρχαν πια και τα ερείπια τους είχαν καθαριστεί. Χάσκει μόνο μια από τις σιδερογέφυρες που συνέδεαν τις αποθήκες με το λιμάνι μετέωρη να θυμίζει ότι κάποτε από εδώ περνούσε όλο σχεδόν το εμπόριο της Αδριανούπολης.
«Το Λιμανάκι Δεδέαγατς βομβαρδισμένο. Στη θέση των αποθηκών χαλάσματα.»
Η παραλία ήταν γεμάτη χαρακώματα και αμπρί. Ο σιδηροδρομικός σταθμός των ανατολικών σιδηροδρόμων ο λεγόμενος Γαλλικός, έδειχνε έρημος και εγκαταλειμμένος γιατί μετακινήσεις επιβατών δεν γίνονταν πλέον αφού η πόλη μας είχε αδειάσει από τους κατοίκους της και μόνο στρατιώτες κατοικούσαν σε αυτή. Οι μόνες λοιπόν μετακινήσεις ήταν στρατιωτικές. Ο δεύτερος σταθμός της ενωτικής γραμμής ήταν φυσικά κατεστραμμένος από το βομβαρδισμό του 1915. Μπροστά από το σταθμό διακρίνονται χαρακώματα που είχαν κατασκευάσει οι βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής.
«Ο Γαλλικός σταθμός 1918.»
Δίπλα στο σταθμό βρισκόταν το ερειπωμένο κουφάρι του ατμόμυλου Πρωτόπαππα, το οποίο θύμισε στον Sir Thomas εργοστάσιο καπνού. Μπροστά κατεστραμμένα βαγόνια σε τίποτα δεν θυμίζουν τις μεγάλες δόξες του παρελθόντος, άλλο ένα θύμα του πολέμου και ειδικότερα εκείνου του τρομερού βομβαρδισμού του 1915.
«Βούλγαροι αγωγιάτες με καμήλες στον Πόταμο 1918.»
Το τάγμα του Sir Thomas εγκαταστάθηκε στα περίχωρα της πόλης μας και έθεσε υπό τον έλεγχο της τον Πόταμο που ήταν μεγάλο βουλγαρικό κεφαλοχώρι και είχε ως συγκοινωνιακός κόμβος μεγάλη στρατιωτική σημασία. Στον Πόταμο υπήρχαν αρκετοί βούλγαροι αγωγιάτες με καμήλες ή γαιδάρους. Εντύπωση προκαλούν οι πολλές καμήλες στην περιοχή κατάλοιπο της Οθωμανικής κυριαρχίας με τις οποίες διεξαγόταν οι μετακινήσεις εμπορευμάτων κλπ.
«Οι γκρεμισμένες αποθήκες του λιμανιού - Νοέμβριος 1918.»
Το Βρετανικό Βασιλικό Πολεμικό Ναυτικό έκανε θαυμάσια δουλειά με το να καθαρίσει από νάρκες την θαλάσσια περιοχή μπροστά από το όρμο του Δεδεαγατς και να βοηθήσει στη μεταφορά στρατευμάτων και εφοδίων. Η Βρετανική μεραρχία αμέσως μετά την αποβίβαση άρχισε να κινείται προς τον ποταμό Έβρο με σκοπό τη δημιουργία προγεφυρώματος στα Ύψαλα, το οποίο και εγκατέστησε ενώ ετοιμαζόταν να διασχίσει τον ποταμό και σε άλλα σημεία. Παράλληλα άλλες μονάδες της στο Δεδεαγατς ξεκίνησαν άμεσα την προετοιμασία ενός αεροδρομίου! Αυτό σύμφωνα με μαρτυρίες βρισκόταν στην τοποθεσία μεταξύ του σημερινού τρίτου Δημοτικού Σχολείου και του σημερινού ναού της Αγίας Κυριακής. Μάλιστα σε παλαιά συμβολαιογραφικά έγγραφα η τοποθεσία αναφέρεται ως περιοχή παλαιού αεροδρομίου.
«Περιοχή αεροδρομίου (Α Σχολείο) σε αεροφωταγραφία του 1959.»
Έτσι η 222η μοίρα της Βρετανικής Βασιλικής αεροπορίας από τη Θάσο όπου προηγουμένως έδρευε, μετεστάθμευσε στο Δεδεαγατς, αλλά δεν έμεινε για πολύ αφού σύντομα ο πόλεμος τελείωσε. Οι Τούρκοι από το φόβο της επικείμενης επιθέσεως και με το στρατό τους αιχμαλωτισμένο και υποχωρούντα στην Βόρεια Παλαιστίνη και στη Συρία από τις δυνάμεις του στρατηγού Allenby, στις 30 Οκτωβρίου 1918 υπέγραψαν και αυτοί ανακωχή στο Μούδρο της Λήμνου με τον Άγγλο ναύαρχο Κάλθορπ (Calthorpe) ο οποίος ενήργησε εν ονόματι των συμμάχων. Η ανακωχή ανακοινώθηκε στο στράτευμα στις 31 Οκτωβρίου.
«Βρετανικό Sopwith Camel.»
Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι στο φύλλο της 10ης Ιανουαρίου 1919 της Νεοζηλανδικής εφημερίδας «THE HAWERA AND NORMANBY STAR», αναδημοσιεύθηκε άρθρο με τίτλο "Μια Μεγαλοπρεπής Ναυτική παρέλαση, μέσω των Δαρδανελλίων" του διάσημου Βρετανού ανταποκριτή στο μακεδονικό μέτωπο Ward Price, που περιέγραψε τις προετοιμασίες της εισόδου του συμμαχικού στόλου στα Δαρδανέλλια με προορισμό την Κωνσταντινούπολη πετώντας πάνω από το λιμάνι του Μούδρου με αεροπλάνο που απογειώθηκε από το Δεδεαγατς:
«Τα τελευταία στάδια της προετοιμασίας είναι σε εξέλιξη για τη μεγάλη ναυτική επίδειξη που θα σηματοδοτήσει τη νίκη των συμμαχικών όπλων πάνω από την Τουρκία και την καταστροφή του γερμανικού ονείρου στην Εγγύς Ανατολή. Εδώ στο μεγάλο κόλπο υπάρχει μια μεγάλη συγκέντρωση πολεμικών πλοίων των τεσσάρων Συμμάχων κυρίως, - Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία και Ελλάδα. Η θέα αυτών πάνω από το λιμάνι του Μούδρου, όταν έφτασα αεροπορικώς από το Dedeagatch, θα παραμείνει πολύ στη μνήμη μου. Ήταν μάταιο να προσπαθήσουμε να μετρήσουμε τα πλοία. Το μάτι χανόταν μέσα σε μια σύγχυση από σκάφη κάθε είδους και μεγέθους, Βρετανικά Dreadnoughts, μεγάλα γαλλικά θωρηκτά, Ιταλικά, ένα Ελληνικό πλοίο που αγοράστηκε από την Αμερική, με πλέγμα ιστού, λεπτά κρουαζιερόπλοια, ανιχνευτικά, διάσπαρτα αντιτορπιλικά, τράτες κοντά η μια στην άλλη, πολλά περιπολικά ζωγραφισμένα με σχέδια ζέβρας, υποβρύχια και ένα τεράστιο πλήθος, συνοδευτικά, πλοία αποθήκευσης, επισκευαστικά πλοία, πυροσβεστικά, δεξαμενόπλοια και διάφορα μικρά πλοία..»
«Αγγλογαλλικός Στόλος στο Μούδρο.»
Τέλος οι Βρετανοί εργάστηκαν για τη επιδιόρθωση των σιδηροδρομικών γραμμών, ενώ εγκατέστησαν σταθμό Α Βοηθειών, που λειτούργησε μέχρι τα τέλη του έτους.
«Βρετανικός Σταθμός Α Βοηθειών.»
Η 22η μεραρχία, παρέμεινε περίπου δυο βδομάδες και τελικά διατάχθηκε στις 12 Νοεμβρίου να επιστρέψει στον Σταυρό. Στις 10 Νοεμβρίου αποβιβάστηκε στο Δεδεαγατς ένα βρετανικό τάγμα (6th Garrison Battalion), με Διοικητή τον ταγματάρχη Charles de Robeck και ανέλαβε αμέσως τη φύλαξη της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης- Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάρκεια του Χειμώνα ο de Robeck ανακλήθηκε πίσω και η διοίκηση πέρασε στον ταγματάρχη E Greenfield. Σύμφωνα με τα βρετανικά στρατιωτικά αρχεία κανένα περιστατικό αξιομνημόνευτο δε συνέβη.
«Βρετανοί στρατιώτες στο Δεδέαγατς Νοέμβριος 1918.»
Η Βουλγαρία μέχρι τη Συνθήκη του Νεϊγύ (Treaty of Neuilly-sur-Seine) που υπογράφηκε την 27η Νοεμβρίου 1919 και με την οποία παραιτήθηκε υπέρ των "Προεχουσών Δυνάμεων" όλων των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί της μεσημβρινής δυτικής Θράκης, διατήρησε στην πόλη μας στρατιωτικές και διοικητικές αρχές, όπως και μία δύναμη ακτοφυλακής.
«Βούλγαροι στρατιωτικοί στο λιμάνι 1918.»
Πολύτιμη υπήρξε κατά τη Βρετανική κατοχή, η συνδρομή του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που με επικεφαλής την Πηνελόπη Στεφάνου Δέλτα, τον γαμπρό της Αλέξανδρο Ζάννα, νεαρό αξιωματικό της αεροπορίας και την Ελλη Αδοσίδου, ανέλαβαν το δύσκολο έργο της υποδοχής και περιθάλψεως των Ελλήνων ομήρων από τα βουλγαρικά στρατόπεδα, με τη συνδρομή της Βρετανικής επιμελητείας.
Ο ιστορικός Γ. Ρούσσος σε σειρά αφηγημάτων που δημοσίευσε στο ΒΗΜΑ το 1964 με τίτλο Ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ περιέχει αποσπάσματα σημειώσεων της κ. Αδοσίδου που περιγράφουν με τον πιο δραματικό τρόπο τα δεινά που υπέστησαν οι χιλιάδες παλιννοστούντες πρόσφυγες εξ αιτίας της βάναυσης και εγκληματικής συμπεριφοράς των ηττημένων βουλγάρων στην πόλη μας:
«Αναχώρηση Βούλγαρων στρατιωτικών από τη Θράκη.»
«Εις την Αλεξανδρούπολιν, τότε Δεδέαγατς, η επιτροπή ήλθε εις επικοινωνίαν με τον διελθόντα εκείθεν αρχηγόν των αγγλικών δυνάμεων, στρατηγόν Μίλν, εις τόν οποίον ο Αλέξανδρος Ζάννας έδωσε πλήρη και κατατοπιστικά στοιχεία «περί της καταστάσεως των ομήρων, ποίας μεταχειρίσεως υφίσταντο από τους Βουλγάρους, που ήσαν συγκεντρω­μένοι οι περισσότεροι, κλπ. Ο Βρεττανός στρατηγός έφριξε απ' όσα του εξέθεσε ό Ζάννας. Και πήρε και αυτός το ζήτημα απάνω του. Ητο ακόμη το τραίνο του Άγγλου στρατηγού στον σταθμό ό­ταν κατέφθασε ένας ολόκληρος, μακρύς συρμός, γεμάτος ομήρους, ό μεγαλύτερος ώς τώρα πού κατευθύνετο προς τα ελληνικά σύνορα. Μόλις σταμάτησε, ξεχύθηκε ένα κύμα από ανθρώπινα ράκη. Από μερικά, όμως, βαγόνια δεν βγήκε κανείς. Πήγα να δώ διατί. Όλοι, άν­δρες. γυναίκες, γέροι, παιδιά, ήσαν κα­τάκοιτοι, ώς επί το πλείστον με τύφο και πνευμονία. «Κατάκοιτοι», δηλαδή, είναι τρόπος του λέγειν, διότι δεν υπήρ­χε χώρος γιά να πλαγιάσουν οι 50-55 στοιβαγμένοι επιβάται του βαγονιού. Σέ δυό βαγόνια βρήκα τρελλους καί πεθαμένους. Ευτυχώς, ό στρατηγός Μίλν αντελήφθη ιδίοις ομμασι την κατάσταση και η αγανάκτησή του ητο μεγάλη, τόση ώστε όταν μπαίνον­τας στον σταθμό, όπου ή βουλγαρική τιμητική φρουρά του παρουσίασε όπλα και η στρατιωτική τους μπάντα ανέκρουσε τον αγγλικόν ύμνον, ο Μίλν γύρισε και με απότομη χειρονομία τους απέπεμψε λέγοντας: «Δέν δέχομαι τιμάς από ητημένους». Εκτός τού συρμού αυτού των ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΕΠΤΑ ΒΑΓΟΝΙΩΝ, πού είχε καταφθάσει το πρωί, ανακαλύψαμε ότι σέ κάποια νεκρά γραμμή ευρίσκοντο ΑΛΛΑ ΤΡΙΑΝΤΑΤΡΙΑ ΒΑΓΟ­ΝΙΑ ασφυκτικά γεμάτα με ομήρους πού ήσαν και αυτοί στην ίδια τραγική κατάσταση»
«Πρόσφυγες δίπλα στα τραίνα.»
Δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι και πολλοί βρετανοί στρατιώτες πέθαναν από τον Οκτώβριο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1918 εξαιτίας βρογχοπνευμονίας, τύφου και γρίπης. Για το λόγο αυτό κατασκευάστηκε το Βρετανικό Στρατιωτικό Κοιμητήριο (Dedeagatch British Cemetery). Συνολικά σε αυτό θάφτηκαν 64 βρετανοί στρατιωτικοί, μέσα στους οποίους περιλαμβάνονται 18 που μεταφέρθηκαν από αλλού όπως δυο πιλότοι της Βασιλικής Ναυτικής Αεροπορίας που πέθαναν το 1917 (προφανώς από κατάρριψη του αεροπλάνου τους) καθώς και δυο ναυτικοί που πέθαναν το 1915. Πάντως ο τελευταίος χρονολογικά πέθανε στις 27-12-1918.
«Το λιμάνι στα 1920.»
Τον Οκτώβριο του 1919, η πόλη κατελήφθη από ένα τάγμα Σενεγαλέζων καθώς η πόλη (και όλη η Δυτική Θράκη) πέρασε στην διοίκηση του αρχιστράτηγου των Συμμαχικών Δυνάμεων D’ ESPEREY, ο οποίος ενεργώντας εξ ονόματος των τελευταίων εγκατέστησε τη Διασυμμαχική Θράκη (THRACE INTERALLIE).
Δεν γνωρίζουμε αν θα γινόταν με τον ίδιο ομαλό τρόπο η μετάβαση της Δυτικής Θράκης αρχικά στο καθεστώς της Διασυμμαχικής κατοχής της THRACE INTERALLIE και στην συνέχεια στη μητέρα πατρίδα, αν δεν είχε προηγηθεί η στρατιωτική της κατοχή από τις συμμαχικές δυνάμεις της Ανταντ το 1918.
Προς τιμή πάντως των ανθρώπων αυτών που πέρασαν αλλά και όσων παρέμειναν για πάντα στην αγκαλιά της μάνας Θρακικής γής, τώρα που συμπληρώνεται ένας αιώνας από τότε, θα πρέπει οι αρχές του τόπου να εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο πραγματοποίησης εκδηλώσεων μνήμης και κατάθεσης στεφάνων στο Βρετανικό νεκροταφείο της Αλεξανδρούπολης, την επέτειο της υπογραφής της ανακωχής και λήξης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με συμμετοχή εκπροσώπων όλων των τότε συμμαχικών δυνάμεων.
Πέτρος Γ. Αλεπάκος
Δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Γ.Ρούσσος - ΒΗΜΑ 14-5-1964
2. THE HAWERA AND NORMANBY STAR. FRIDAY, JANUARY 10, 1919.
3. εφημερίδα Πατρίς 20-11-1919
4. The Royal Air Force - Volume 2: An Encyclopedia of the Inter-War Years 1930-1939 Ian Philpott
5. SALONICA AND AFTER THE SIDESHOW THAT ENDED THE WAR BY H. COLLINSON OWEN, Editor of The Balkan News, and Official Correspondent in the Near East HODDER AND STOUGHTON LONDON NEW YORK TORONTO MCMXIX
6. War Record of 4th Battalion King's Own Scottish Borderers, Brown, Sorley, 1920
7. Regimental Records of the Royal Welch Fusiliers, C. Dudley Ward, 1929
8. Collection of Sir Thomas Harley, King’s Own Royal Lancaster Regiment Museum
9.  Φωτοαρχείο: Γεωργίου Π.Αλεπάκου