Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Ο Nefes Dede Sultan και το Dedeagatch

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα Τεύχη 36 / 2010 και 37 / 2011 του περιοδικού ‘Ο ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ’ του συλλόγου Αλεξανδρουπολιτών Αττικής)

«Εικόνα 1: Χάρτης των ετών 1663 - 1724, της εποχής που πέρασε από τα μέρη μας ο Evliya Çelebi. Η Θράκη αναφέρεται ως Ρωμανία.»

Η ιστορία του ονόματος της περιοχής μας από την οποία πήρε το πρώτο όνομα της η πόλη του Δεδε αγατς (Dedeagac ή Dedeaghadje ή Dedeagh ή Dédéagatch) χάνεται, μέσα από τα βάθη των αιώνων, στα σκοτεινά χρόνια του μεσαίωνα, σε μια εποχή που συχνά οι θρύλοι και ο μύθος συγχέονται με την ιστορία, τότε που ο,τι είχε απομείνει από την άλλοτε κραταιά βυζαντινή αυτοκρατορία, είχε αποκλειστεί στην Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς, που ανενόχλητοι αλώνιζαν σε ολόκληρη την βαλκανική χερσόνησο.
Γράψαμε σε προηγούμενο άρθρο ότι η ονομασία αυτή πιθανόν να προέρχεται από κάποιον από τους δερβίσηδες του τάγματος των Μπεκτασήδων (Bektaşi) που είχαν μοναστήρι (τεκέ) πάνω στο λόφο των Λουτρών, του Δήμου πλέον Τραιανούπολης. O Εβλιά Τσελεμπί (Evliya Çelebi) ο διάσημος αυτός Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα, που γύρω στα 1667 επισκέφτηκε αυτόν τον τεκέ μας λέει γι’αυτόν τα εξής:
«Αυτή η μονή είναι μία υψηλή έδρα του δερβίσικου τάγματος των Μπεκτασίδων εκτισμένη επί υψηλού ουρανοϋψούς όρους. Έκ του ανακτόρου αυτής φαίνονται ή νήσος τής Μεσογείου Ίμβρος και ή νήσος Σαμοθράκη, το φρούριον Αίνος και αί πεδιάδες του φρουρίου Υψαλα. Τόσον υψηλά εγείρει την κορυφήν αγέρωχα προς τον ουρανόν το όρος τούτο. Όλα τα διαμερίσματα της μονής ήτοι ή θερινή και ή χειμερινή πλατεία, όλοι οι ξενώνες, το βασιλικόν μαγειρείον και πολυτελείς σταύλοι, το οψοφυλάκιον, το τέμενος και ο φωτεινός θόλος του Μαυσωλείου εν αυτή είναι εσκεπασμένα εξ ολοκλήρου με κυανόχρωμον μόλυβδον. Όλων των μεγάλων τούτων φιλανθρωπικών Ιδρυμάτων τής μονής ό αγαθοεργός κτήτωρ είναι ό Έκμεκδζί - Ζαδέ Αχμέτ Πασάς. Εν αύτη ενδιαιτώνται 40 - 50 περίπου γυμνόποδες και ασκεπείς τας κεφαλάς, σεμνοί και σώφρονες ερωτόληπτοι μυστικισταί, ενδεείς και πένητες, τεθλιμμένοι την καρδίαν δερβίσαι. Έκαστος εξ αυτών διάγει τον βίον εν τινι γωνία απομονώσεως ως ερημίτης μακράν του λαού. Μεταξύ αυτών υπάρχουν άτομα όντως αγνά και κάτοχα παιδείας, πλείστοι δέ τούτων υπηρετούντες τούς επισκεπτομένους το μοναστήριον ξένους διατρέφονται με ολιγίστην τροφήν, επαρκή μόνον δια να μή αποθάνωσιν εκ τής πείνης. Εις όλους δέ τούς φιλοξενουμένους υπό του φιλοστόργου τούτου βασιλικού μαγειρείου και τούς γειτονεύοντας παρέχονται επί μήνας και έτη δαψιλώς τα αγαθά τής μονής εκάστην πρωΐαν και εσπέραν αδιακόπτως και αδιακρίτως εις πλουσίους και πτωχούς γέροντας και νέους και εις μάγους. 'Επί τής πλατείας τής σουλτανικής ταύτης μονής υπάρχει δεξαμενή ύδατος διαυγούς, τo ύδωρ της όποιας κατά τον μήνα Σεπτέμβριον, αρχήν νέου έτους γίνεται ψυχρότατον ώς τεμάχιον πάγου.
Η μονή έχει εισέτι ένα αξιοπερίεργον και μυστηριώδη μύλον εις τον οποίον προσέρχονται όλοι από τήν πεδιάδα του Αίνου και τό φρούριον της Μάκρης, ως και εκ του Διδυμοτείχου οί κάτοικοι δια νά αλέθωσιν (σίτον εις άλευρον) εις τόν ανεμόμυλον τούτον. Το μυστήριον έγκειται εν τούτω, ότι από τόσων εκατονταετηρίδων ύπαρξιν του μύλου τούτου, εις ουδέν μέρος αυτού δεν επήλθε φθορά και ή πέτρα αυτού δεν ετρίβη ποσώς».-
«Εικόνα 2: Ο λόφος των Λουτρών όπου υπήρχε ο τεκές.»

Η εκδοχή αυτή, ότι δηλαδή η ονομασία της πόλης μας προέρχεται από κάποιο δερβίση ενισχύεται και από την 11η έκδοση (1910-1911) της μεγάλης εγκυκλοπαίδειας Britannica όπου στο λήμμα -Dedeagatch- αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι
«το 1871 όταν οι πρώτοι οικιστές της πόλης έσκαβαν τα θεμέλια των σπιτιών τους, βρήκαν πολλούς αρχαίους τάφους. Πιθανόν αυτά ήταν λείψανα όχι της νεκρόπολης της αρχαίας Ζώνης, αλλά μιας μοναστικής κοινότητας δερβίσηδων, της αίρεσης των Dede, που εγκαταστάθηκαν εδώ στο 15ο αιώνα, αμέσως μετά την τουρκική κατάκτηση και έδωσαν το όνομα στην περιοχή».
Αξίζει να παραθέσουμε εδώ τις πληροφορίες που συγκέντρωσε ο Αθανάσιος Μανιάς για το λόφο που κτίστηκε ο Άγιος Νικόλαος στην πόλη μας. Αναφέρει ότι βρέθηκαν στο χώρο αυτό τάφοι οι οποίοι μάλλον ήταν χριστιανικοί και ότι ο Μητροπολίτης Κωνστάντιος βρήκε στην Άγκυρα τον τίτλο ιδιοκτησίας του λόφου από τον οποίο προέκυπτε ότι ιδιοκτήτης ήταν μια μονή του Αγίου Όρους και τον κατέστρεψε για να μην δημιουργηθεί κοινωνικό προβλήματα καθόσον στο χώρο αυτό είχαν κτιστεί πολλές κατοικίες. Γιατί όμως κατέστρεψε ο τότε Μητροπολίτης τον τίτλο και οι τάφοι που βρέθηκαν εκεί ήταν πραγματικά χριστιανικοί;

«Εικόνα 3: Δάσος αιωνόβιων δρυών.»

Λιγότερο πάντως πιθανό είναι το όνομα να σημαίνει «ιερό δάσος» δεδομένου ότι η περιοχή είχε πολλές δρυς, που θεωρούνταν στην αρχαιότητα ιερό δέντρο, καθόσον η τουρκική λέξη dede δεν σημαίνει τον ιερό αλλά τον παππού, τον σεβάσμιο, τον ιερωμένο. Σίγουρο όμως είναι ότι η περιοχή μας θεωρούνταν ιερή από τα αρχαία χρόνια, γι’αυτό το λόγο αργότερα εγκαταστάθηκαν εδώ μοναστήρια ή μετόχια και εν συνεχεία δερβίσικοι τεκέδες. Στον οδηγό «Itineraire descriptif, historique et archeologique de l'Orient, / par le Dr Emile Isambert», που εκδόθηκε τα χρόνια 1873 - 1883 περιέχεται περιγραφή του λόφου των Λουτρών από το γνωστό Γάλλο αρχαιολόγο M. Alb. Dumont από το βιβλίο του «Voyage arch. En Thrace, p484»:
«Στους πρόποδες της ακρόπολης σε ένα κολοσσιαίο βράχο, μια ελληνική επιγραφή της ρωμαϊκής εποχής δείχνει τα όρια ενός ιερού εδάφους. Η περιοχή που εκτείνεται από την ακρόπολη μέχρι το δείκτη κατεχόταν από ένα αρχαίο ναό, που αντικαταστάθηκε πρώτα από μια βυζαντινή εκκλησία από την οποία εξακολουθούν να υπάρχουν πολύτιμα κομμάτια και στη συνέχεια, από ένα πλούσιο μοναστήρι από δερβίσηδες, το οποίο, τα τελευταία χρόνια ερειπωμένο και κατεστραμμένο, έγινε ένας απλός τεκες αλλά δεν υπάρχει πλέον ούτε ένας μοναχός μουσουλμάνος. Στον περίβολο της πόλης, η οποία ξαναχτίστηκε στο μεσαίωνα, που οι ντόπιοι δεν έχουν όλοι ξεχάσει το όνομα, βλέπουμε μόνο τα κομμάτια του τείχους χωρίς ενδιαφέρον και κάποια μάρμαρα, συμπεριλαμβανομένου μιας ελληνικής επιγραφής».
Τέλος αναφέραμε σε προηγούμενο άρθρο ότι η περιοχή μας, από Φέρες μέχρι και Κομοτηνή ήταν Σουλτανικό Βακούφι του Βαγιαζήτ Βελή Χαν (Veli II Beyazit), από τα εισοδήματα του οποίου συντηρούνταν το ιμαρετ που ίδρυσε ο Βαγιαζήτ στην Πόλη.
Ποιος όμως μπορεί να ήταν αυτός ο Dede; Κάποιος τυχαίος δερβίσης που προτίμησε να απομονωθεί περισσότερο από τους άλλους συντρόφους του ή κάποιο σημαίνων πρόσωπο; Για να πήρε η περιοχή το όνομα του δεν πρέπει μάλλον να ήταν κάποιος τυχαίος. Ο ίδιος ο Εβλιά Τσελεμπί (Evliya Çelebi) αναφέρει ότι έζησε στον τεκέ του λόφου των Λουτρών ένα τέτοιο σημαντικό πρόσωπο:
«Ό Νεφές Σουλτάν είναι ενταφιασμένος εντός υψηλού θολωτού μαυσωλείου τετραγώνου σχήματος, μολυβδοσκεπούς»
και παρακάτω δίνει τις ακόλουθες διευκρινίσεις:
«Νεφσι Σουλτάν είναι ο Δουζμεδζέ Μουσταφά Τσελεπής, υιός του Βαyezid xan Yildirim (Κεραυνού) -έκ του αγνού γένους τής ημετέρας δυναστείας του 'Οσμάν,- όστις έγκαταλείψας τον κόσμον έκρυψε τόν εαυτόν του ενταύθα και κατατρυχήσας τό σώμα του είς τήν μονήν ταύτην, ενετρύφησεν ενταύθα έν πλήρει αγνοία του λοιπού εχθρικού κόσμου. Κατόπιν ενεφανίσθη κάποιος (ψευδο-) Δουζμεδζέ Μουσταφά. Τούτον απαγχονίσαντες είς τό Ούζούν Τσαρσή τής Θεσσαλονίκης, έλεγον, ότι «ό βασιλόπαις Μουσταφά άπηγχονίσθη και άπηλλάγημεν από τα βάσανα του». 'Αλλά και τότε ό βασιλόπαις Μουσταφά έζη έν τή υπηρεσία του πάτρωνος (του δερβισικού τάγματος υπό το όνομα Νεφές Δεδέ εις τήν δερβισικήν μονήν ταύτην, ώς βασιλεύς εισέτι του κόσμου... Ουδεμία τωόντι υπάρχει αμφιβολία, οτι ούτος ο Naus-I-Sultan είναι ό Μουσταφά Τσελεπή, υιός του Σουλτάνου Κεραυνού. Περί αυτού μάλιστα διηγούντο εισέτι και τούτο, ότι ότε ό κόσμος ευρίσκετo έν πενία και μεγάλη ένδεία και έζων μετά ολιγαρκείας, ούτος εξήγαγεν έκ του θυλακίου του ένα πολύτιμον λίθον από τον ωκεανόν της γενναιοδωρίας του, τον έπώλησεν, ανεκαίνισε δέ (διά του εισπραχθέντος έκ τής πωλήσεως του πολυτίμου λίθου χρήματος) τους θόλους, τα τζαμλίκια, το αναπαυτήριον, την δεξαμενήν και τα αναψυκτήρια του λουτρού τούτου, έξ όνόματος άλλου ανθρώπου απεβίωσε δ' ίδιος 47 ετών και ετάφη εις μονήν ταύτην υπό τό όνομα Naus I Sultan».
«Εικόνα 4: Σουλτάνος ΜΟΥΡΑΤ & ο Σουλτάνος Βαyezid xan Yildirim (Κεραυνός).»

Ποια είναι όμως η ιστορία του Δουζμεδζέ Μουσταφά Τσελεπή; Ο Χάμμερ αναφέρει (Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξελληνισθείσα υπο Κων/νου Κροκίδα τόμος 2ος σελ. 28 επόμενες) ότι οι περισσότεροι Οθωμανοί ιστοριογράφοι αποκαλούσαν τον Μουσταφά, Δουζμε Μουσταφά (ψευδομουσταφά),
«διότι εκήρυττεν εαυτόν ως τον απολωλότα εν τη μάχη της Αγκύρας υιόν του Βαγιαζήτ, ος ην δίκαιον ως πρεσβύτερος βασιλεύσαι μάλλον ή ο αδελφός αυτού Μωάμεθ»,
καταλήγει όμως στο συμπέρασμα ότι
«ο Μουσταφάς ην αληθώς ο φερώνυμος ηγεμονόπαις, ο γενόμενος αφανής εν τη μάχη της Αγκύρας»
(που ηττήθηκε ο πατέρας του από τον μογγόλο ηγέτη Τιμουρ ή Ταμερλάνο). Ο Μουσταφά λοιπόν το 1420 αμφισβητώντας την εξουσία του αδερφού του Μωάμεθ
«διέβη τον Αίμον και εκστράτευσεν επι την Θεσσαλίαν. Ο Μωάμεθ έδραμεν επ’αυτόν, παρά δε την Θεσσαλονίκην, συγκροτηθείσης μάχης, ενίκησεν. Ο Μουσταφάς... μετά τινών ακολούθων εσώθησαν, καταφυγόντες εις την πόλιν, ης ο φρούραρχος Δημήτριος Λάσκαρις Λεοντάριος υπέσχετο και παρέσχεν αυτοίς ασφάλειαν.»
Ο Μωάμεθ τον παρακάλεσε να τους παραδώσει όμως ο φρούραρχος αρνήθηκε χωρίς διαταγή του βασιλέα, Μανουήλ Παλαιολόγου. Τότε ο Μωάμεθ έστειλε πρεσβεία στον αυτοκράτορα και ζήτησε την παράδοση των φυγάδων, όμως ο Παλαιολόγος επικαλούμενος τους νόμους της ιερής φιλοξενίας
«ώμνυε του μηδ’όλως εξελθείν από της φυλακής τον πρόσφυγα Μουσταφά... ο δε Μωάμεθ συνωμολόγησεν ένορκον συνθήκην, δι’ης ο αυτοκράτωρ υπέσχετο φρουρείν τον Μουσταφάν και Τζουνειδ μετά των υπ’αυτούς τριάκοντα νέων... λαμβάνειν δε εις αμοιβήν παρα του Μωάμεθ τριακοσίας χιλιάδας άσπρων ως τροφεία... ο Μανουήλ επεβιβασεν αυτούς εις πλοίον και απέστειλεν εις Λήμνον όπου εφυλάσσοντο επιμελώς εν τω μοναστηρίω της Θεοτόκου...».
Όταν αργότερα πέθανε ο Μωάμεθ και ανεδείχθη σουλτάνος ο Μουράτ, ο Μανουήλ ζήτησε ως εγγύηση καλής συμμαχίας «την παράδοσιν των νεωτέρων υιών του σουλτάνου» κάτι που φυσικά ο τελευταίος αρνήθηκε. Τότε ο Μανουήλ απελευθέρωσε τον Μουσταφά και τον σύμβουλό του Τζουνείδ και μαζί με μια βυζαντινή δύναμη αποτελούμενη από 10 καλά εξοπλισμένες τριήρεις τους αποβίβασε στην Χερσόνησο της Καλλίπολης (Χαμμερ σελ. 53 επ.). Φυσικά όχι άνευ ανταλλαγμάτων. Μετά κατευθύνθηκαν στην Καλλίπολη, όπου πολλοί κάτοικοι προσήλθαν αναγνωρίζοντας τον Μουσταφά ως αληθινό διάδοχο του θρόνου. Ο Μουράτ έστειλε τον Βαγιαζήτ πασά με 3000 στρατιώτες κατά του Μουσταφά, ο οποίος
«επί μείζον αυξηθείς εν Σέρραις και Γενιτζε Βαρδαρ εκ των οπαδών των υιών του Εβρενού, εκ του Ορχάν Βέγη, εκ του Κουμλίογλου και άλλων εγχωρίων μεγάλων γαιοκτημόνων»
και τα αντίπαλα στρατεύματα αντιπαρατάχθηκαν στην κοιλάδα Σαζλιδερε. Τότε ο Μουσταφά
«εκραύγασε προς τους στρατιώτας του Μουράτ, ίνα μη αρνηθώσιν υπακοήν αυτώ τω αληθεί διαδόχω του θρόνου, παραχρήμα δε πάντα τα στρατεύματα του Μουράτ ως εκ θαύματος ηυτομόλησαν προς τον Μουσταφάν.».
Μετά από το γεγονός αυτό ο Μουσταφά αθέτησε την υπόσχεση που είχε δώσει στον βυζαντινό αυτοκράτορα να του παραδώσει την Καλλίπολη, που εντωμεταξύ είχε πέσει στα χέρια του. Ακολούθως ο Μουσταφά με το στρατό του αποβιβάστηκε στην Λάμψακο και στρατοπέδευσε στη μια όχθη του ποταμού Ρυνδάκου κοντά στη λίμνη Απολλωνιάτιδα ενώ ο αδερφός του εκστράτευσε εναντίον του από την Προύσα. Μετά από μια πρώτη νίκη των γενιτσάρων του Μουράτ, ο τελευταίος πέτυχε να παραπλανήσει τον Τζουνείδ, που ήταν η ψυχή του στρατού του Μουσταφά ότι αν εγκατέλειπε τον κύριο του θα του έδινε τη διοίκηση του Αιδινίου. Πράγματι ο Τζουνείδ πείστηκε και εγκατέλειψε τον Μουσταφά, όταν δε έγινε το πρωί αυτό αντιληπτό, ο στρατός του Μουσταφά τράπηκε σε φυγή και ο τελευταίος κατέφυγε στην Καλλίπολη όπου τον περικύκλωσαν τα στρατεύματα του Μουράτ αλλά κατόρθωσε να ξεφύγει πάλι και να πάει στην Αδριανούπολη
«όπου μόλις συνήθροισε τα πολυτιμότατα εκ του γαζοφυλακίου επορεύθη προς την Βλαχίαν... καταδιωχθείς εν τη φυγή, συνελήφθη και εδεσμεύθη υπο των οικείων εν Κιζιλαγατζί Γενιτζέ σταθμόν απέχοντι προς βορράν της Αδριανουπόλεως παρά τον Ταίναρον, απήχθη δε προς τον Μουράτ, ος απηγχόνισεν αυτόν εκ τινός πύργου της Αδριανουπόλεως».
Εδώ τελειώνει η ιστορία του Μουσταφά.
Πολλά χρόνια αργότερα ο Adolphus Slade, υποπλοίαρχος του Βρετανικού Ναυτικού, ο οποίος το 1831 πέρασε από την περιοχή μεταξύ άλλων αναφέρει στο Βιβλίο του «RECORDS OF TRAVELS IN TURKEY, GREECE AND A CRUISE IN THE BLACK SEA WITH THE CAPITAN PASHA IN THE YEARS 1829, 1830 AND 1831» ότι πάνω στο λόφο (των Λουτρών) βρήκε ένα τεκέ και ένα μαυσωλείο που περιείχε τους τάφους πέντε δερβίσηδων. Ο ηγέτης αυτών πληροφορήθηκε ότι λεγόταν Ibrahim Baba του τάγματος των μπεκτασήδων. Πέντε μίλια μακρύτερα τον πληροφόρησαν οτι βρισκόταν ο τάφος ενός άλλου άγιου των μπεκτασήδων, του Nefes Baba που είχε έρθει από την Καλλίπολη με τους πρώτους Οθωμανούς κατακτητές και ίδρυσε εκεί ένα τεκέ. Ο Nefes Baba σύμφωνα με τις πληροφορίες που συγκέντρωσε ο Slade ήταν υιός του Pandischah (ονομασία με την οποία αποκαλούνταν ο Σουλτάνος!!!). Ο Slade επισκέφτηκε τον τόπο και ανακάλυψε ένα ερειπωμένο χωριό και ένα μαυσωλείο. Δυο μάλιστα από τους τάφους ήταν τεραστίων διαστάσεων. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι Dedes ή Babas ήταν οι τίτλοι που έπαιρναν οι πνευματικοί ηγέτες των δερβίσηδων.
Αν λάβουμε υπόψη ότι σύμφωνα με μια πηγή (Enisü’l Müsamirin History of Edirne 1360-1650 / Abdurrahman Hibri) ο τεκές του λόφου των Λουτρών ανηγέρθη από τον Ekmekcizade Ahmet Pasha το 1591, πολλά χρόνια δηλαδή μετά το θάνατο του Νεφες καθώς και τη μαρτυρία του Slade ότι ο τεκές του Nefes Baba ήταν πέντε μίλια (9 περίπου χιλιόμετρα) μακριά από το λόφο των Λουτρών καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο τεκές του Νεφες ήταν άλλος από τον τεκέ που επισκέφτηκε ο Εβλιά Τσελεμπί στο λόφο των Λουτρών, παρόλο που τον τελευταίο τον αναφέρει ως Τεκέ του Νεφες Σουλτάν.
Πιθανόν λοιπόν ο περίφημος Dede που έδωσε το όνομα στην περιοχή μας να ήταν ο Νefes Dede Sultan, που σύμφωνα με τον Εβλιά Τσελεμπί ήταν ο Duzmece Mustafa Celebi, ο υιός δηλαδή του περίφημου Βαyezid xan Yildirim (Βαγιαζήτ του κεραυνού). Και ο τεκές που ίδρυσε ίσως βρισκόταν στην περιοχή μας. Αυτό ενισχύεται και από την 11η έκδοση (1910-1911) της μεγάλης εγκυκλοπαίδειας Briτannica όπου στο λήμμα -Dedeagatch- αναφέρεται ότι «το 1871 όταν οι πρώτοι οικιστές της πόλης έσκαβαν τα θεμέλια των σπιτιών τους, βρήκαν λείψανα μιας μοναστικής κοινότητας δερβίσηδων».
Μήπως ο θρύλος που θέλει το γέρο εκείνο δερβίση να κάθεται κάτω από μια «γηραιά δρυ» στην παραλία και να γαληνεύει στη θέα της θάλασσας, αφορούσε έναν πρίγκιπα που αντί να γίνει σουλτάνος αναγκάστηκε να γίνει δερβίσης και αναπολούσε μπροστά στη θάλασσα τα χαμένα μεγαλεία ή περίμενε τους συντρόφους του να ξεκινήσει νέους αγώνες διεκδίκησης του θρόνου; Η μήπως τελικά οι εχθροί του τον ανακάλυψαν και τον κρέμασαν σε κάποια δρυ της περιοχής μας και έτσι έμεινε η ονομασία το δέντρο του Dede;

ΠΕΤΡΟΣ Γ.ΑΛΕΠΑΚΟΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ-ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ
Πηγές:
1. Η Δυτική Θράκη κατά τον Εβλιγιά Τσελεπην, περιηγητήν του XVII αιώνος, κατά μετάφρασιν Ι. Σπαθάρη, πτυχιούχου της σχολής των ανατολικών γλωσσών και φιλολογικών του Πανεπιστημίου της Πετρουπόλεως, θρακικά δ-ε
2. εγκυκλοπαίδεια Britannica, 11η έκδοση (1910-1911)
3. Itineraire descriptif, historique et archeologique de l'Orient, / par le Dr Emile Isambert», που εκδόθηκε τα χρόνια 1873-1883
4. Bazbakanlik Arsivi Tapu Tahrir 341, Θρακικός Ηλεκτρονικός Θησαυρός, μετάφραση Ευαγγελία Μπαλτά
5. Χαμμερ, Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξελληνισθείσα υπο Κων/νου Κροκίδα τόμος 2ος
6. RECORDS OF TRAVELS IN TURKEY, GREECE AND A CRUISE IN THE BLACK SEA WITH THE CAPITAN PASHA IN THE YEARS 1829, 1830 AND 1831 Adolphus Slade
7. Αθανάσιος Μανιάς, χειρόγραφες σημειώσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια: