Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2020

Η Αλεξανδρούπολη (ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ) στη δίνη του Μακεδονικού ζητήματος. Η χειροτονία του επισκόπου Σκοπίων στη μονή της σκαλωτής Αίνου

«Γενική Άποψη του Δεδεαγατς οπου διακρίνεται ο Ι.Ν. του Αγίου Νικολάου και το Μητροπολιτικό Μέγαρο.»

Η ίδρυση το 1870 της Βουλγαρικής εξαρχίας αφύπνισε την Σερβία η οποία επεδίωξε την ίδρυση Σερβικών σχολείων και την εκλογή Σέρβων κληρικών στους μητροπολιτικούς θρόνους του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Παλαιά Σερβία, που ως τέτοια εννοούνταν από τους Σέρβους το Βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου αλλά και τμήμα της Μακεδονίας (Tέτοβο, Kουμάνοβο και Σκόπια).

 Με την έλευση του 20ου Αιώνα επιτάθηκε το λεγόμενο Μακεδονικό ζήτημα, ο αγώνας δηλαδή για τον έλεγχο της Μακεδονίας που αποτελούσε ακόμα τμήμα της παραπαίουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας και διεκδικούνταν κυρίως από τους Έλληνες, τους Βούλγαρους και τους Σέρβους.

H Σερβική διπλωματία, συνεπικουρουμένη από τη Ρωσική, πέτυχε, διά των συνεχών πιέσεων της προς την Υψηλή Πύλη και το Πατριαρχείο να ψηφισθεί στις 18 Οκτωβρίου του 1899, από την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Θρόνου ως μητροπολίτης Σκοπιών ο Σέρβος αρχιμανδρίτης Φιρμιλιανός. Η χειροτονία μάλιστα είχε αποφασισθεί να τελεσθεί στην Κωνσταντινούπολη αλλά η Πύλη υπέδειξε την Θεσσαλονίκη γιατί ισχυρίστηκε ότι εκεί είχε υποσχεθεί ο Σουλτάνος στον Βασιλέα της Σερβίας Αλέξανδρο ότι θα χειροτονηθεί ο Φιρμιλιανός. Έτσι το σχετικό βεράτιο προσδιόριζε ως τόπο της χειροτονίας του Φιρμιλιανού τη Θεσσαλονίκη. Αυτό όμως προκάλεσε σφοδρότατες διαμαρτυρίες και αντιδράσεις εκ μέρους του ελληνικού πληθυσμού της πόλης αυτής στις δυο φορές που επιχειρήθηκε να γίνει η χειροτονία εκεί, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί και τις δυο.

Το Πατριαρχείο εξέλεξε τότε ως τόπο χειροτονίας το Άγιο Όρος, γεγονός που προκάλεσε τις αντιδράσεις των Ελλήνων μοναχών με αποτέλεσμα η Ιερά Σύνοδος με πλειοψηφία - κατά ψήφισαν μόνο η Ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος και η Σερβική του Χιλιανδαρίου- αποφάσισε να μην γίνει στο Άγιο Όρος η χειροτονία. Το πατριαρχείο τότε παρήγγειλε στον Φιρμιλιανό να μεταβεί στο Δεδεαγάτς όπου αποφασίσθηκε να τελεσθεί η χειροτονία του από τρεις συνοδικούς αρχιερείς που θα αποστέλλονταν από την Κωνσταντινούπολη. Όμως η νέα αυτή απόφαση του Πατριαρχείου αναστάτωσε την Ελληνική κοινότητα του Δεδεαγατς και η τέλεση της χειροτονίας θα ματαιωνόταν και πάλι αν το Πατριαρχείο δεν εξέλεγε ως τόπο χειροτονίας την Σταυροπηγιακή Μονή της Σκαλωτής στην επαρχία Αίνου, μακριά από το Δεδεαγατς.

«H Μονή της Σκαλωτής.»

Έτσι το μικρό Δεδεαγατς υποδέχτηκε στον λεγόμενο σήμερα Γαλλικό σταθμό την αποστολή των συνοδικών αρχιερέων που ήρθαν πρώτοι από την Κωνσταντινούπολη δια μέσου της Αδριανουπόλεως, μαζί με τον Ρώσο πρόξενο στην Αδριανούπολη. Αμέσως οι αρχιερείς αναχώρησαν με πλοιάρια για την Αίνο όπου τους ανέμενε ο Μητροπολίτης Αίνου. Μητροπολίτης Αίνου ήταν ο Γερμανός Θεοτοκάς (1899-1903), που ήρθε στο Δεδεαγατς το 1899 και συνέδεσε το όνομά του με τα εγκαίνια του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου που έγιναν την 26η Αυγούστου 1901. Η μητρόπολη Αίνου είχε μεταφέρει την έδρα της στο Δεδεαγατς αλλά εξακολουθούσε ο Μητροπολίτης να επισκέπτεται και να διαμένει στην Αίνο, παρόλο που οι περισσότεροι κάτοικοι της είχαν εγκαταλείψει τις οικίες τους μετακομίζοντας στο Δεδεαγατς. Ο Φιρμιλιανός με τον Ρώσο και τον Σέρβο πρόξενο στην Θεσσαλονίκη ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη στον σταθμό τον Ενωτικό τον λεγόμενο τότε της JSC και μετέβησαν ομοίως και αυτοί στην Αίνο.

«Το Δεδέαγατς με τον Ι.Ν. του Αγίου Νικολάου όπως φαινόταν από τα ανατολικά.»

Γράφει ο Αινίτης γιατρός και συγγραφέας Αχιλλέας Σαμοθράκης για την χειροτονία αυτή:

«Εις την Μονήν της Σκαλωτής εχειροτονήθη ιεροκρυφίως κατ’ απαίτησιν της Σερβικής Κυβερνήσεως μητροπολίτης Σκοπίων ο Σέρβος την καταγωγήν Φιρμιλιανός, κατά την νύκτα της 14]27 —15]28 Ιουνίου του 1902. Συνοδευόμενος εκ Θεσσαλονίκης υπό των Προξένων της Ρωσσίας και της Σερβίας μετά των διερμηνέων αυτών, έφθασαν εις Δεδεαγάτς (Αλεξανδρούπολιν), όπου ανέμενεν αυτούς ο εν Αδριανουπόλει πρόξενος της Ρωσσίας. Εκείθεν, άνευ χρονοτριβής, παραλαβόντες και τον πρόξενον της Ελλάδος Νικόλαον Μπάρακλην, ανεχώρησαν διά την Αίνον, και εκείθεν δι’αμαξών εις την Μονήν, όπου έφθασαν περί το εσπέρας.»

O Νικόλαος Δημητρίου Μπάρακλης (γεννήθηκε το 1859 στην Αθήνα) ήταν από το 1900 υποπρόξενος Δεδεαγατς. Στο διάστημα της υπηρεσίας του εκεί είχε την τύχη να δει την ακμάζουσα Ελληνική κοινότητα να ανεγείρει το μεγαλοπρεπή μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου στο υψηλότερο και καλύτερο σημείο της πόλης, που αντικατέστησε τον αρχικό μικρό και πενιχρό, σύμφωνα με τα λόγια του Α. Σαμοθράκη, ναό. Ταυτόχρονα όμως η Ελληνική κοινότητα ατένιζε δυσοίωνα το μέλλον της με την ολοένα αυξανόμενη πίεση των εξαρχικών Βουλγάρων, όπως άλλωστε και σε ολόκληρο το Μακεδονικό και Θρακικό χώρο, που προσπαθούσαν να αποκτήσουν ερείσματα στην πόλη. Συνεχίζοντας ο Α. Σαμοθράκης γράφει:

«Εκεί ανέμενον αυτούς από την 13]26 Ιουνίου (ημέραν Πέμπτην) 1902 προερχόμενοι εκ Κωνσταντινουπόλεως οι Συνοδικοί: ο Χίου Κωνσταντίνος, ο Βοδενών Νικόδημος και ο Λιτίτσης Νικηφόρος μετά δύο ιερέων, δυο ιεροδιακόνων και δυο κλητήρων τού Πατριαρχείου. Κατά την ημέραν της αφίξεως του Φιρμιλιανού εις Αίνον (14]27 Ιουνίου), κατέφθασαν διά ξηράς και 10 ιππείς Τούρκοι, ίνα χρησιμεύουν ως τιμητική συνοδεία αυτού. Μόλις έφθασαν εις την Μονήν την νύκτα της Παρασκευής προς το Σάββατον, μετά μικράν ανάπαυλαν, ήρχισεν η θεία λειτουργία συντομοτάτη, λήξασα μετά της χειροτονίας περί τα χαράγματα. Κατά την χειροτονίαν παρευρίσκοντο ο μητροπολίτης Αίνου Γερμανός, και ο ηγούμενος της Μονής Διονύσιος συμψάλλοντες, ελλείψει ιδιαιτέρων ψαλτών.»

Και καταλήγει ο Σαμοθράκης :

«Την επομένη, Σάββατο, ευθύς μετά την θεία λειτουργία οι χειροτονήσαντες Συνοδικοί ανέχωρησαν για τα μέρη τους, φιλοδωρήσαντες τον ηγούμενον διά δέκα εικοσοφράγκων. Ολίγες ώρες μετά την αναχώρηση αυτών αναχώρησε και ο νεοχειροτονηθείς Φιρμιλιανός...».

Ο ένας εκ των ιεροδιακόνων της Συνοδικής αποστολής, ο δευτερεύων των διακόνων Παρθένιος Βαρδάκης, μετέπειτα Επίσκοπος Κίτρους, έγραψε μια έκθεση που απέστειλε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ΄, στην οποία περιέγραψε την όλη αποστολή και τα διαδραματισθέντα σε αυτή. Η έκθεση αυτή ενθουσίασε τον Μανουήλ Γεδεών, αρχισυντάκτη του περιοδικού του Πατριαρχείου «Εκκλησιαστική Αλήθεια» και αποφάσισε να τη δημοσιεύσει. Γράφει λοιπόν ο Βαρδάκης:

«Σταθμός Aνατολικων Σιδηροδρόμων στα 1900. Ο σταθμός αυτός ήταν το τέρμα της γραμμής Αδριανούπολης-Δεδεαγατς.»
«Περί την 8ην ώραν π.μ. της πέμπτης, 13 τρέχοντος, αφικόμεθα εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν Δεδέαγατς, δεκάλεπτον της πόλεως ταύτης απέχοντα. Εκεί, κατ’εντολήν της Α.Π. του μητροπολίτου Αίνου κ. Γερμανού, υπεδέχθη ημάς ο αρχιερατικός επίτροπος αυτού αιδεσιμολογιώτατος κ. Πυθαγόρας, κληρικός καλώς μορφωμένος, ιεροπρεπής και λίαν ευγενής, τιμων ομολογουμένως δια της φρονίμου και δραστηρίου πολιτείας αυτού τον τε μητροπολίτην, ον αντιπροσωπεύει και την κοινότητα. Εν Δεδέαγατς παρεμείναμεν περί τας δύο ώρας εν τη Μητροπόλει, ήτις μικρά μεν αλλά κομψή και ωραία και νεόκτιστος οφείλεται κυρίως εις την φιλοκαλίαν και δραστηριότητα του πανιερ. Μητροπολίτου Αίνου. Κείται δε εντός τετραγώνου δια σιδηρών κιγκλίδων περιφρασσομένου, έχουσα εξ αριστερών αυτής τον νεόκτιστον μεγαλοπρεπή ναόν της κοινότητος, τρανόν τεκμήριον της ευσεβείας και φιλογενείας των κατοίκων της πόλεως ταύτης και δη των την πρωτοβουλίαν σχόντων, εν οις τάσσονται και οι φιλογενέστατοι αδελφοί Μηλιώνη, εκ δεξιών δε τα εκπαιδευτήρια αρρένων και θηλέων

«Ο Ι.Ν. του Αγίου Νικολάου και το Μητροπολιτικό Μέγαρο.»

Στον οδηγό του Νικολάου Γ. Ιγγλέση, έτος γ' τόμος Α' των ετών 1910-1911, διαβάζουμε ότι οι Αδελφοί Μηλιώνη είχαν εργοστάσιο Οινοποιίας και οινοπνευματοποιίας. Από δημοσιεύματα εκείνης της εποχής (Εφημερίδα ΑΓΩΝ φύλλο της 28ης Ιανουαρίου 1900) πληροφορούμαστε ότι στο Δεδέαγατς λειτουργούσε αστική σχολή αρρένων, όπου δίδασκαν δυο διδάσκαλοι σε 90 μαθητές, παρθεναγωγείο όπου μία διδασκάλισσα δίδασκε 50 μαθήτριες και νηπιαγωγείο όπου μία νηπιαγωγός δίδασκε 70 νήπια. Από όσα περιγράφει για το Δεδέαγατς ο Παρθένιος Βαρδάκης, εντύπωση προκαλεί ότι αναφέρει μόνο την ύπαρξη σχολής αρένων και θηλέων που βρισκόταν όπως έβγαινε κανείς από τα γραφεία της Μητρόπολης δεξιά, προφανώς το λεγόμενο για τους παλαιούς Αλεξανδρουπολίτες παράρτημα που μόνο σε παλιές φωνογραφίες σώζεται και ουδεμία νύξη δεν κάνει για το λεγόμενο σήμερα τρίτο δημοτικό σχολείο, που μάλλον τότε δεν είχε την σημερινή του μορφή, που πρέπει να την απέκτησε μεταγενέστερα.

Συνεχίζοντας ο Παρθένιος μας λέει ότι:

«Η νεαρά αύτη πόλις του Δεδέαγατς, η δια των κανονικών ρυμοτομιών αυτής και οικοδομών την γοργώ τω βήματι προς τα πρόσσω τάσιν αυτής μαρτυρούσα, πολλά τα καλά δια το μέλλον προυπισχνείται.»

«Το Δεδέαγατς όπως φαινόταν από το Φάρο.»

Πράγματι η ρυμοτομία και οι φαρδείς δρόμοι που έρχονταν σε αντίθεση με τους στενούς δρόμους των συνηθισμένων τουρκικών πόλεων έκανε ιδιαίτερη εντύπωση σε όλους όσους επισκέπτονταν το Δεδεαγατς, έτσι και στον Παρθένιο, ο οποίος μάλιστα προέβλεψε το λαμπρό μέλλον της πόλης μας.

Μετά ο Παρθένος αναφέρει για την παρηκμασμένη Αίνο:

«Εντεύθεν προτιμήσαντες την δια της θαλάσσης οδόν, της δια ξηράς, ως εκ των βροχών αδιαβάτου ούσης, εισήλθομεν εις δυο ιστιοφόρα πλοιάρια και απεπλεύσαμεν εις Αίνον. Ο ως εκ της ελλείψεως ουρίου ανέμου επί ιστιοφόρων εξάωρος ούτος πλους δεν εστερείτο κακουχιών ουδέ σμικράν υπομονήν απήτει παρ’ημών, ότε μεν ακτοπλοούντων, ότε δε πελαγοδρομούντων. Επί τέλους εις το προ της Αίνου υπό των εκβολών του Έβρου, Τούντζα και Εργίνη σχηματιζόμενον στένωμα ή κόλπον αφιχθέντες και τούτο συρόμενοι μάλλον δια σχοινίου από της ξηράς διελθόντες, εισήλθομεν εις τον λιμένα της Αίνου. Η θέα του λιμένος τούτου, του άλλοτε πεπληρωμένου εκ μεγάλων ιστιοφόρων πλοίων, ολόκληρον την Μεσόγειον διασχιζόντων, νυν δε μόνον πλοιάρια τινά και ακάτια σεσηπότα και σκωληκόβρωτα εμπεριέχοντος, η θέα των περί των λιμένα ηρειπωμένων οικιών και καταστημάτων και ερειπίων εν γένει, εξ ων συνίσταται ως επί το πλείστον νυν η άλλοτε ακμάζουσα εμπορική πόλις της Αίνου, αλγεινήν εντύπωσιν εποίησεν ημίν. Ούχ ήττον όμως η εις καλλίτερον μέλλον ελπίς δεν εγκατέλιπεν εντελώς τους κατοίκους. Εν τη πόλει ταύτη εγενόμεθα δεκτοί μετά πάσης προθυμίας και χαράς υπό του ρέκτου και φιλοτίμου μητροπολίτου αυτής κ. Γερμανού, πάσαν περιποίησιν παρασχόντος ημίν εν τη ιερά αυτού Μητροπόλει. Δεν δύναμαι δε να αντιπαρέλθω ενταύθα και παρασιωπήσω την φρόνησιν και δραστηριότητα, την τόλμην και ακαταπόνητον γοργότητα, την οποίαν καθ’όλην την διάρκειαν του ταξειδίου τούτου κατέδειξεν ο ηγούμενος της συνοδίας ημών σεβ. Μητροπόλιτης Χίου κ. Κωνσταντίνος καθώς και οι έτεροι δυο αρχιερείς. Καίτοι είχε παρέλθη η ώρα, την εκπλήρωσιν του καθήκοντος μόνον έχοντες υπ’όψιν διέταξαν αμέσως ετοιμασθώσιν αι εν τη πόλει υπάρχουσαι τρεις ή τέσσαρες άμαξαι, ινα μεταγάγωσιν ημάς εις την δυό περίπου ώρας απέχουσαν της Αίνου ιεράν μονήν της Σκαλωτής. Περί την μίαν περίπου ώραν μετά την δύσιν του ήλιου, αφίχθημεν εις το εικοσάλεπτον σχεδόν απέχον της μονής χωρίον Αμυγδαλιάν, οπόθεν, των αμαξών μη δυναμένων να ανέλθωσι μέχρι της μονής, ηναγκάσθημεν πεζή και εν ψηλαφητώ σκότει, επί γλοιώδους ως εκ της βροχής εδάφους πατούντες, να φθάσωμεν μέχρις αυτής, ουχί βεβαίως άνευ κόπων και κινδύνων. Εις την μονήν αφιχθέντας, καίτοι ο ηγούμενος αυτής λόγω εργασιών απουσίαζεν, εν τούτοις εις των αδελφών της μονής, λίαν δραστήριος και ακαταπόνητος, περιποιήθη ημάς εκ των ενόντων ως ηδύνατο, εις όλας ημων τας ανάγκας σχεδόν επαρκέσας, εφ’ω και ομολούμεν αυτώ χάριτας. Εν τη μονή δεν εύρομεν προαφιχθέντα ημών, ως ηλπίζομεν, τον εψηφισμενον Σκοπίων κ. Φιρμιλιανόν, δι’ο και ούκ ολίγον εστενοχωρήθημεν αναγκασθέντες να περιμένωμεν εν αυτή μέχρι της εσπέρας της επομένης, παρασκευής, οπότε μετά του μητροπολίτου Αίνου αφίκετο ο εψηφισμένος, συνοδευόμενος υπο του εν Θεσσαλονίκη προξένου της Ρωσίας, του της Σερβίας τοιούτου και του αναπληρωτού του ελληνικού προξενείου εν Δεδεαγατς και πολλών άλλων φίλων αυτού καθώς και κλητήρων της Μητροπόλεως Σκοπίων. Αφ’ού δεν μεταξύ αυτού και των αρχιερέων αντηλλάγησαν τα δέοντα, απεφασίσθη όπως την επιούσαν τελεσθή η θεία λειτουργία και μετ’αυτής η χειροτονία, όπερ και εγένετο εν πάση τη τάξει και κανονική διατυπώσει της καθ’ημάς Εκκλησίας, τελεταρχούντος του αγ. Χίου και συλλειτουργούντων των αγ. Βοδενών και Λιτίτσης. Μετά το πέρας της ιερουργίας ταύτης και κατά την έξοδον ημών εκ του ναού, του τελετάρχου αρχιερέως ποιήσαντος θερμήν τω Υψίστω δέησιν υπέρ του μεγαλειοτάτου, φιλολάου ημών άνακτος Σουλτάν Αβδούλ Χαμίτ Χαν αυθέντου ημών, όπως διατηρή Αυτόν υγιά, άνοσον και ακλόνητον επί του ενδόξου αυτού αυτοκρατορικού θρόνου και ενισχύη Αυτόν ίνα αείποτε βουλεύηται και ενεργή αγαθά υπέρ ημών των πιστών αυτού υπηκόων, πάντες οι παρεστώτες εζητωκραύγασαν υπέρ της Α. Μεγαλειότητος. Μετά ταύτα, ημέρα σαββάτου, τη 15 τρέχοντος, του καθήκοντος ημών εκπληρωθέντος, εγκαταλείψαμεν την μονήν ποικίλας εντυπώσεις εξ αυτής αποκομίζοντες.»

Μετά αναφέρει την ιστορία της Μονής της Σκαλωτής και συνεχίζει:

«Λαμπράς όμως εντυπώσεις έχομεν κατά την εν τη μονή διαμονήν ημών εκ των επιτοπίων πολιτικών Αρχών, προς ας πολλάς οφείλομεν χάριτας, καθ’όσον η Α. Ενδοξ. ο ρέκτης και παρ’όλων λίαν αγαπητός της Αίνου Καιμακάμης ού μόνον απέστειλεν εις την μονήν τον χιλίαρχον μετ’αρκετών στρατιωτών, οίτινες καθ’όλον τον χρόνον της εκεί διαμονής ημών μετά πολλής επιμελείας και προσοχής προεφύλασσον ημάς εισερχομένους και εξερχομένους εκ της μονής και πολλάκις μακρόθεν παρακολουθούντες ημάς απομακρυνομένους αυτής, αλλά και ο ίδιος ο Καιμακάμης ήλθεν εις την μονήν προς επίσκεψιν των σεβασμιωτάτων αγίων αρχιερέρων και καθ’όλην την εσπέραν μέχρι της πρωίας της θείας λειτουργίας και χειροτονίας αγρυπνών μεθ’ημών παρέμεινεν. Εν Αίνω, εν συνοδία του πανιερώτατου μητροπολίτου Αίνου επιστρέψαντες υπεδέχθη ημάς και πάλιν ούτος εν τη Μητροπόλει πλείστας όσας περιποιήσεις παρασχών ημίν. Κατά την ολιγόωρον ημών εν τη πόλει της Αίνου διαμονήν, οι αρχιερείς συνοδευόμενοι και υπό του εκ των προυχόντων της Αίνου του ενταύθα εν Χαβιαροχανίω τραπεζίτου κ. Οδυσσέως Παπακωστή, τυχαίως εν Αίνω ένεκεν εργασιών αυτού παρευρεθέντος και ποικιλοτρόπως διευκολύναντος ημάς κατά την εν τη μονή και εν Αίνω διαμονήν ημών, ανταπέδωκαν την επίσκεψιν εις την Α. Ενδοξ. τον Καιμακάμην Αίνου και είτα επεσκέφθησαν τους ιερούς ναούς της πόλεως, ους εύρομεν αρκετά ευπρεπείς και καλώς διατηρουμένους. Κατόπιν επεσκέφθημεν την αγοράν και τα διάφορα μέρη της πόλεως Αίνου, έτι αλγεινοτέραν ή πρότερον εντύπωσιν σχηματίσαντες εκ της πανταχόθεν παρατηρουμένης πτωχείας και παρακμής».

«Η Αίνος στα 1902.»

Κατά την επάνοδον ημών, διερχομένων ήδη κατά το πλείστον εν καιρώ ημέρας τα μέρη, άτινα εν καιρώ νυκτός διήλθομεν κατά την έλευσιν ημων, εδόθη ευκαιρία όπως παρατηρήσωμεν και αντιληφθώμεν αυτών. Η εκ τούτου εντύπωσις ημών, εάν εξαιρέσωμεν μόνο το Δεδέαγατς, δεν ήτο καλλιτέρα της εκ των άλλων μερών. Ενταύθα έτι καταφανεστέρα ήτο η οπισθοδρομικότης των ανθρώπων τούτων των τα μέρη ταύτα κατοικούντων, υπό μορφωτικήν και γεωργικήν έποψιν και εν γένει υφ’όλας τας επόψεις του βίου αυτών, βίου αρχαικού και παντός σχεδόν πολιτισμού στερουμένου και εις την εποχήν του Ησιόδου μάλλον αρμόζοντος. Τόσον άγνωστα τυγχάνουσιν αυτοίς τα νεωτέρα προς ανάπτυξιν και διευκόλυνσιν της γεωργίας μέσα, καίτοι το έδαφος αυτών παρουσιάζει όλα τα προς γεωργικήν πρόοδον απαιτούμενα φυσικά προσόντα. Μόλις όμως επλησιάσαμεν εις τα προ του Αγίου Στεφάνου μέρη ησθάνθημεν αμέσως ότι εν συγκρίσει εισηρχόμεθα ήδη εις χώραν πολιτισμού.

Εν τοις Πατριαρχείοις τη 18 ιουνίου 1902

Ο δευτερεύων

Παρθένιος Κ. Βαρδακας»

«Οθωμανικός χάρτης του 1900 όπου φαίνεται το Δεδέαγατς και η Αίνος.»

Δυο μήνες μετά, στις 21 Αυγούστου του 1902, ήρθε στο Δεδεαγατς, στα πλαίσια περιοδειών του στη Μακεδονία, ο Γεώργιος Λαμπάκης, Διευθυντής του Χριστιανικού Μουσείου και Γενικός Γραμματέας της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρίας. Αφορμή για την περιοδεία αυτή ήταν ένα έγγραφο από το Υπουργείο «Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», με το οποίο τον έστειλε σε περιοδεία στις Σέρρες, τη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη, με σκοπό τη διάσωση αρχαίων και βυζαντινών μνημείων. Τις εντυπώσεις του από το ταξίδι στο Δεδεαγατς και την Αίνο δημοσίευσε στο Δελτίον Η του έτους 1908, που εξέδιδε η ως άνω εταιρία.

Στην πόλη μας επισκέφθηκε τον νεόδμητο ναό του Αγίου Νικολάου όπου παρατήρησε παλαιές εικόνες προγενέστερες της ανεγέρσεως του Ιερού Ναού. Γράφει λοιπόν ο Λαμπακης ότι σύμφωνα με πληροφορίες που τους έδωσε ο Μητροπολίτης Αίνου κ. Γερμανός, όλες αυτές οι εικόνες προέρχονταν από τις αρχαίες εκκλησίες της Αίνου, την οποία τους προέτρεψε να την επισκεφθούν. Έτσι και έκανε, μετά από ένα ωραίο θαλάσσιο πλου εισήλθε στον ποταμό Έβρο, όπου προς τα δεξιά αυτού εφαπλούτο «η συμπαθής, αρχαιοπρεπής και αρχοντική πόλις Αίνος», την οποία αποκαλεί «μέγα Μουσείον της χριστιανικής τέχνης».

«Το Δεδέαγατς με το λιμάνι του στα τέλη του 19ου Αιώνα.»

Στις 26-8-1902 ο Λαμπάκης επισκέφθηκε τη Μονή της Σκαλωτής. Γράφει σχετικά:

«Δια μέσου των καθαρώς Ελληνικών χωρίων Μαΐστρου και Αμυγδαλιάς, δίωρον περίπου από της Αίνου, τη 26 Αυγούστου 1902 επεσκέφθημεν μετά του εξόχως λαμπρού ιατρού κ. Σ. Καβούρη την Μονην Σκαλωτής, σταυροπηγιακήν Μονήν μη εχουσαν ειμη ενα και μόνον, ιερομόναχον, τούτον και Ηγούμενον.» Ακολούθως αφού περιγράφει τα ιστορικά και οικοδομικά χαρακτηριστικά της Μονής, τις επιγραφές και τις εικόνες που διέθετε, αναφέρει και τα γεγονότα της χειροτονίας του Φιρμιλιανού προσθέτοντας τις ακόλουθες επιπλέον πληροφορίες : «Αμέσως δε Σάββατον μετά την θείαν λειτουργίαν, οι χειροτονησαντες Συνοδικοί απήλθον μόνοι εις Αίνον, όπου μετα 1 ώρας διαμονήν παρα τώ εκεί Μητροπολίτη ανεχώρησαν δια πλοιαρίων εις Δεδεαγατς και αυθημερόν εκείθεν είς Κων/πολιν. Ο δε νεοχειροτονηθείς Φιρμιλιανος μετά των προξένων παρέμειναν εν τη Μονή περι την 1 ώραν, λαβόντες καφε κλπ. έφθασαν δε εις Αίνον, πριν αναχωρήσωσιν οι Αρχιερείς οίτινες αμέσως είτα ανεχώρησαν, ο δε Φιρμιλιανός μετα των προξένων έμειναν γευματίσαντες παρα τώ εκεί Καϊμακάμη. Μ. μ. δε της ιδίας ημέρας Σαββάτου αναχωρησαντες δια πλοιαρίου είς Δεδέαγατς, ηναγκάσθησαν ένεκα φοβεράς τρικυμίας να επιστρέψωσιν πάλιν εις Αίνον, όπου οι μεν πρόξενοι εκοιμήθησαν πάρα τω Καϊμακάμη, ό δε Φιρμιλιανός παρά τω Μητροπολίτη. λίαν δε πρωί την επομένην Κυριακην ανεχώρησαν εις Δεδεαγατς.»

«Το Λιμάνι του Δεδέαγατς μετά από Νοτιά.»

Η τρικυμία αυτή μας θυμίζει τα λόγια του Α. Σαμοθράκη (υπό το ψευδώνυμο Σαρπηδών) αναφερόμενος στους ισχυρούς νοτιάδες που πιάνουν στο Δεδέαγατς:

«Αδύνατον να σταθεί εις της αγκύρας του πλοίου ενταύθα, όταν ο Αίολος έχει λύσει τους ασκούς του. ... Ευτυχείς εκείνοι οίτινες εν τη θαλάσση όντες θα δυνηθώσι να φύγωσι την λύσσαν του φοβερού στοιχείου! Αλλά πως; Τα ιστία παύουσι να δέχωνται σωτηρίαν πνοήν ανέμου και ως ράκη κρέμανται από των ιστών, διότι προηγείται νηνεμία, έπεται η των κυμάτων έφοδος και μετά ταύτην η ακάθεκτος του νώτου πνοή. Το πλοίον μένει αναμένον. Εάν είναι πολύ μικρόν, ώστε να υποτάσσηται εις την δύναμιν των ισχυρών βραχιόνων δύναται να σωθή˙ αι κώπαι θα οδηγήσωσιν αυτό εις την ακτήν˙ άλλως μένει εις την διάκρισιν του μαινομένου στοιχείου, όπερ δεν βραδύνει να εμφανισθή. Τρίζουσιν ήδη οι ιστοί, κυλινδείται ως κέλυφος καρύου πελώριον σκάφος, όπερ ως δι’ ισχυρών ονύχων συγκρατείται από της αβύσσου, από του πυθμένος της θαλάσσης. Και ελπίζει εις την άβυσσον και αντλούσι παρηγορίαν προσβλέποντες εις τας ισχυράς των αγκυρών αλύσεις οι γενναίοι ναύται νομίζοντες, ότι δι’ αυτών θ’ αποκρούσωσι τον κίνδυνον… Αλλά και η δρύϊνη καρδία των και ο χάλκινος θώραξ κάμπτεται. Θραύονται αι αλύσεις και το πλοίον αύτανδρον εις την ακτήν παρασύρεται ως παρασύρει πνοή ανέμου ελαφρόν πτερόν.»

«Το λιμάνι μετά από καταιγίδα.»

Ο Λαμπάκης διάβασε στον κώδικα της Μονής στη σελίδα 110 την καταχωρηθείσα πράξη την οποία μας μεταφέρει:

«Επί Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κ. Ιωακείμ του Γ΄ ηγουμενεύοντος της Ιερας Μονής Σκαλωτής αρχιμανδρίτου Διονυσίου τη νυκτι της 14 προς την 15 του μηνός Ιουνίου 1902 πατριαρχική και συνοδική διαταγή εγένετο εν τω ναώ της Μονής η εις αρχιερέα χειροτονία του εψηφισμένου Μητροπολίτου Σκοπίων κ. Φιρμιλιανού υπό τριών συνοδικών αρχιερέων Μητροπολιτών Χίου κ. Κωνσταντίνου, Βοδενών κ. Νικοδήμου και Λιτίτσης, κ. Νικηφόρον, δύο ιερέων και δυο ιεροδιακόνων του Οικουμενικού Θρόνου και συμψαλλόντων του Μητροπολίτου Άγιου Αίνου κ. Γερμανού και του ηγουμένου τής Μονής. Αμα δε παρόντων του εν Άδριανουπόλει γενικού της Ρωσσίας προξένου, ενός διερμηνέως της εν Κων)πόλει βασιλικής πρεσβείας, του εv Θεσσαλονίκη υποπροξενου της Ρωσσίας και του εν Σκοπιοις προξένου της Σερβίας μετά των καββάσιδων αυτών και δύο κλητήρων πατριαρχικών»

Εντύπωση όμως κάνει και η εξής πληροφορία:

«Καθ’α δ' επληροφόρησαν ημάς, εν τη Μονή υπήρχεν ο κτητορικός σταυρός της Μονής φέρων επιγραφήν «Αλέξιος Κομνηνός Κτήτωρ Μονής», ούτος όμως απωλέσθη το 1902 κατά την χειροτονίαν του Φιρμιλιανού.».

Το στρατιωτικό απόσπασμα που έστειλε ο Καιμακάμης της Αίνου δεν κατόρθωσε καθώς φαίνεται να αποτρέψει την κλοπή του σταυρού αυτού.

Επιστρέφοντας ο Λαμπάκης στο Δεδεαγατς είχε και μια περιπέτεια. Γράφει στο Δελτίον Ι του έτους 1911:

«Δεν θα λησμονήσωμεν ποτέ, ότι εξ Αίνου επιστρέφοντες εις Δεδεαγάτς, και κρατούντες εν χερσι τας σημειώσεις ημών αυθωρεί ωδηγήθημεν εις την Αστυνομίαν, ήτις εξήλεγξε τί γράφομεν και τί σημειούμεν».

Ο Φιρμιλιανός δεν πρόλαβε να χαρεί για πολύ την χειροτονία του. Πέθανε στο Βελιγράδι στις 7 Δεκεμβρίου 1903, όπου είχε μεταβεί προς επίσκεψη του αδελφού του. Ενταφιάστηκε στα Σκόπια στις 12 Δεκεμβρίου 1903.

Πέτρος Γ. Αλεπάκος
Δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΟ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΝ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΔΕΒΡΩΝ ΚΑΙ ΒΕΛΙΣΣΟΥ
2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ (1894-1904)
3. ΑΧΙΛΛΕΥΣ Θ. ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ, Ή Μονή τής Σκαλωτής, ΘΡΑΚΙΚΑ ΤΟΜ. 17, 1942
4. Εφημερίδα ΑΓΩΝ φύλλο της 28ης Ιανουαρίου 1900
5. Επίσκεψις εις την Μονήν Σκαλωτής επί τή χειροτονία τού Φιρμιλιανού. ’Έκθεσις του δευτερεύοντος Παρθενίου Βαρδάκη, έν «Εκκλησιαστική Αλήθεια» 1902, σελ. 824.
6. Τζουμέρκας, Παναγιώτης (2004, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ)), Ο Επίσκοπος Κίτρους Παρθένιος Βαρδάκας 1904-1933. Ο βίος και η δράση του: συμβολή στην επισκοπική ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Μακεδονία 
7. Δελτίον Η του έτους 1908 και Δελτίον Ι του έτους 1911 Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρίας.
8. ΘΡΑΚΙΚΗ ΕΠΕΤΗΡΙΣ , ΕΤΗΣΙΟΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΘΡΑΚΙΚΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ 1897, ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
9. ΤΟ ΦΙΡΜΙΛΙΑΝΕΙΟΝ ΖΗΤΗΜΑ ΗΤΟΙ Ο ΕΚ ΣΕΡΒΙΑΝ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΙΛΑΕΤΙΟΥ ΚΟΣΣΟΒΟΥ ΜΕΤΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΩΝ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ, ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΚΟΥΣΟΥΛΙΝΟΥ 1903
10. Φωτογραφίες από το Λεύκωμα: Θράκη - Κωνσταντινούπολη: Το οδοιπορικό του Γεωργίου Λαμπάκη (1902) Υπουργείο Πολιτισμού. Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. 2007
11. Φωτοαρχειο Γ. Π. Αλεπακου 

Δεν υπάρχουν σχόλια: