Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2019

ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ: Μια Ελληνική πόλη με τουρκικό όνομα

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΟΥ ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ (ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ) 

ΗΤΑΝ Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ

(Φύλλο 16402 Απρίλιος 2019 της εφημερίδας ‘ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΡΑΚΗ’)

Η επιλογή της Αλεξανδρούπολης (Dedeagac ή Dedeaghadje ή Dedeagh ή Dédéagatch) από την εταιρία του Βαρόνου Χίρς (Maurice de Hirsch), που ανέλαβε στα πλαίσια της κατασκευής του σιδηροδρομικού δικτύου μεταξύ Κωνσταντινούπολης-Βιέννης, την υποχρέωση κατασκευής εμπορικού λιμανιού στα θρακικά παράλια, στο οποίο θα έφτανε μια διακλάδωση της γραμμής, έφερε και τους πρώτους κατοίκους, κυρίως Έλληνες, που δημιούργησαν έναν μικρό οικισμό.
«Το λιμάνι του DEDEAGATCH τη 10ετια 1870.»
Μεταξύ των πρώτων οικιστών της Αλεξανδρουπόλεως διαβάζουμε στο «ΛΕΥΚΩΜΑ ΘΡΑΚΗΣ-ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ 1932» ότι ήταν
«oι Ιωάννης και Κων/τίνος Φιμερέλλης, Στέφανος Έτέκ, Πέτρος Καλαφάτης, Όνορέ Βενάτσα, Άτίλι Βοναπάσε, Λέμης κ.λ.π., αργότερον δέ έκτος πολλών άλλων Αινείων, έγκατεστάθησαν έν Άλεξανδρουπόλει, αμα τή λειτουργία της Σιδηρ. Γραμμής 'Αλεξανδρουπόλεως-Βιέννης διάφοροι κάτοικοι και έμποροι έκ των κωμοπόλεων Μαρώνειας και Μάκρης. Ούτως ή Άλεξανδρούπολις κατά τό έτος 1890 ηρίθμει περί τας 3-4 χιλιάδας κατοίκων, εκ των όποιων άπαντες σχεδόν ήσαν Έλληνες, 15-20 εμπορικά καταστήματα, εντατικώς εργαζόμενα με πελατείαν εξικνουμένην από της Φιλιππουπόλεως μέχρι Μπαμπά Έσκή συμπεριλαμβανομένων και των Σαράντα Εκκλησιών».-
Επίσης στο «ΑΡΧΕΙΟΝ TOY ΘΡΑΚΙΚΟΥ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΘΗΣΑΥΡΟΥ, ΤΟΜΟΣ Ι. 1943-44», διαβάζουμε ότι η πόλη μας συνοικίστηκε τον περασμένο αιώνα από κατοίκους της γειτονικής Αίνου, καθώς και από Μακεδόνες και Ήπειρώτες.
Για την έλευση των πρώτων Ελλήνων κατοίκων στο Δεδεαγατς γράφει γλαφυρά το 1951 ο Άγγελος Ποιμενίδης στο βιβλίο του ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε ο Θ. Αποστολίδης:
«Τότε εδημιουργήθηκε και το μικρολιμανάκι για τα ιστιοφόρα και τα πρακτορεία και τα εμπορικά γραφεία με τούς Αινίτες και Μαρωνίτες και Μακρινούς πού πρέπει να τους ανήκει η τιμή των πρώτων οικιστών. Οι Ηπειρώτες που μυρίστηκαν το πράγμα σαν ρωμιοί με ισχυρότερη δόση "δαιμονίου" και άλλοι Θρακιώτες από το εσωτερικό και Κεφαλλωνίτες και Μυτιληνιοί και Χιώτες, αργότερα εγκατεστάθηκαν στην πόλη μας αφού σκαρώθηκε η ελληνική Κοινότης Ντεντέ-Αγάτς και θεμελιώθηκε στα γερά η φυσιογνωμία της από Θράκες. Μεσολάβησε βέβαια και το γεγονός της μεταφοράς της έδρας της ιεράς και ιστορικής Μητροπόλεως Αίνου και η εγκατάσταση του Ελληνικού Προξενείου, μά αυτά σάν παρεπόμενα και όχι πρωταρχικά της ιδρύσεως της πόλης μας.»
«ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ CERVATI 1881.»
Εκτός όμως από τους Ελληνες, που ήρθαν από περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ήρθαν και Έλληνες, υπήκοοι του ελεύθερου Ελληνικού Βασιλείου. Όπως διαβάζουμε σε σχετική έκθεση του 1874 του Ν. Φορμόζη, αντιπρόσωπου στο Δεδεαγατς του Ελληνα Προξένου της Αινου, εγκαταστάθηκαν στη μικρή πολίχνη 25 Έλληνες υπήκοοι από τους οποίους οι 10 ήταν εργάτες και κτίστες.
Έχει επισημανθεί εύστοχα ότι οι δουλγκέρηδες (κτίστες) της Φιλιππούπολης, της Αδριανούπολης, της Μαδύτου, του Σουφλίου, του Διδυμοτείχου, της Βιζύης, των Σοφίδων μπορούν επάξια να πάρουν τη θέση τους πλάι στους Ηπειρώτες, Μακεδόνες, και Πελοποννήσιους μαστόρους. Οι κτιστάδες της Ανατολικής Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας με τα συνεργεία τους έχουν αφήσει στο χρόνο μοναδικά αρχιτεκτονικά δημιουργήματα: αρχοντικά, εκκλησίες, μοναστήρια, πύργους, γέφυρες, βρύσες. Με τη βοήθεια λοιπόν των κτιστάδων αυτών κτίστηκε και ο πρώτος ιερός ναός για τις ανάγκες των Ορθοδόξων κατοίκων της πόλης. Στον Εμπορικό Οδηγό ANNUAIRE ORIENTAL DU COMMERCE του 1881 των R. Cervati και C. Freres, διαβάζουμε ότι στην πόλη μας υπήρχε ήδη Ελληνική εκκλησία με ιερέα τον παπα Χρήστο ενώ η αρμενική εκκλησία ήταν υπό κατασκευή. Προφανώς η πληροφορία αυτή δεν αφορά το έτος 1881 αλλά κάποιο από τα προηγούμενα έτη, όμως η σημασία της έγκειται στο ότι λειτουργούσε Ελληνική εκκλησία όταν κατασκευαζόταν η αρμενική, γεγονός που καταρρίπτει τον μύθο ότι οι Αρμένιοι εργάτες του σιδηροδρόμου πρώτοι έκτισαν εκκλησία στην πόλη μας.
«ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ 10-8-1901.»
Στο Δεδέαγατς όταν ήρθαν οι Ρώσοι στα 1878 αναγνωρίζοντας το εμπορικό δαιμόνιο και την πολυμάθεια των Ελλήνων κατοίκων της πόλης, η κοινότητα των οποίων ήταν η πιο εύρωστη, διόρισαν αρχιγραμματέα των τελωνείων έναν Έλληνα, τον Νικόλαο Βαφειάδη, ο οποίος συνέτασσε τα τελωνειακά έγγραφα των πλοίων στα ελληνικά και τα σφράγιζε με μια σφραγίδα που έγραφε «Άγιος Νικόλαος», όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «Νεολόγος» της 8/20-2-1878:
«Τα εκ Δεδέ αγάτς απαίροντα πλοία λαμβάνουσι τα τελωνειακά αυτών έγγραφα ελληνιστί συντεταγμένα, και τούτω διότι, ως φαίνεται, τελώνην διώρισαν ένα των εκεί ομογενών, η δε σφραγίς δια της οποίας επικυρούνται ταύτα φέρει τας λέξεις ελληνιστί Άγιος Νικόλαος. Αρχιγραμματέα του εν Δεδέ αγάτς τελωνείου διώρισαν τον εκεί διατρίβοντα κ. Νικόλαον Σ. Βαφειάδην.»
«Κτίρια Ελληνικής Κοινότητας  ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ.»
Σύμφωνα με τον τότε Πρόξενο της Ελλάδος στο Δεδεαγατς Καραγιαννόπουλο οι Ρώσοι διόρισαν ως πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Κοινότητας Δεδέαγατς τον Συριανό έμπορο Ιωάννη Φιμερέλη.
Πολύ σημαντική είναι και η επιστολή Ελλήνων του Δεδέαγατς, της 6ης Μαρτίου 1878 προς τον τότε Έλληνα υπουργό Εξωτερικών όπως διασώθηκε στο Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών και ανασύρθηκε στην επιφάνεια από τον Παντελή Αθανασιάδη, για τα ονόματα των επιφανών Ελληνικών οικογενειών της πόλης που την υπογράφουν:
«Π. Γ. Κόκκινος, Ι. Κ. Μαλιαρός, Ι. Λαμπουσιάδης, Ε. Δ. Αναγνώστου, Ι. Φιμερέλης, Δ. Αποστολίδης, Μιχαήλ Αποστολίδης, Δ. Κυριαζόπουλος, Γ. Δουζίνας, Παναγιώτης Ζερβός, Βασίλειος Κουβαράς, Κ. Φιμερέλης, Μιχαήλ Ταβακόπουλος, Αναστάσιος Φωκάς, Νικόλαος Κ. Αγγελής, Θ. Παρασχίδης, Βασίλειος Μενεγάκης, Ν. Γ. Παλαμάρης, Σπύρος Λαχανάς, Δημήτριος Σταύρου, Νικόλαος Λαγόπουλος, Δ. Κόκκινος, Δ. Παρασκευόπουλος, Α. Οικονομίδης, Γ. Νικολαϊδης, Κ. Κουμπής, Βαγγέλης Αγγεληνός και Σταύρος Καπετάνου.»
Η μεγάλη ανάπτυξη του Δεδεαγατς ως συγκοινωνιακού κόμβου μεταξύ ανατολής και Δύσης και επίνειου της Αδριανούπολης οδήγησε στην απόφαση της Οθωμανικής Διοίκησης τo 1883 η έδρα του σαντζακίου να μεταφερθεί από το Διδυμότειχο στη νέα πόλη, η οποία πλέον άρχισε να αναπτύσσεται γοργά. Ακολούθησε και η έδρα της Μητροπόλεως της Αίνου.
Από έκθεση που διασώζεται στο Αρχείο της Βιβλιοθήκης της Βουλής, με ημερομηνία 3 Αυγούστου 1883, απευθυνόμενη προς την Εκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότητα στην Κωνσταντινούπολη, ο γνωστός μας αινίτης Νικόλαος Γ. Χατζόπουλος μας λέει για το Δεδεαγατς την εποχή εκείνη:
«... Αρτισύστατος κωμόπολις εμπορική παράλιος και ο τελευταίος των εν τη Νοτιοδυτική Θράκη Σιδηροδρόμων σταθμός. Έχει τανύν 450-500 νεοδμήτους οικοδομάς και περί τας 1.500-2.000 ψυχάς. Οικογενείας δε μονίμους οικούσας εις Δεδέαγατς περί τας 100-120 προερχομένας εκ διαφόρων μερών και εθνικοτήτων και διαφόρων ιδεών, ηθών και εθίμων. Τανύν υπερισχύει εκείσε ο Ελληνισμός ... Έχει νυν η εν Δεδέαγατς Ελληνική Κοινότης Εκκλησίαν ξυλίνης οικοδομής, λιθόκτιστον Δημοτικήν Σχολήν, εν η φοιτώσι περί τα 100-120 παιδία, εν οις και 20-25 θήλεα. Ανήγειρε δε και έτερον ευρύ κτίριον λίθινον προορισμένον διά Παρθεναγωγείον ...»
«Ο Άγιος Νικόλαος  1901.»
Την Ελληνικότητα του Δεδεαγατς επιβεβαιώνουν και εξυμνούν πολλά δημοσιεύματα εφημερίδων των αρχών του 20ου αιώνα:
Στην εφημερίδα ΑΓΩΝ που εκδίδονταν στην Αθήνα και ήταν δημοσιογραφικό όργανο Ηπειρωτών και Μακεδόνων, στο φύλλο της 28ης Ιανουαρίου 1900 βρίσκουμε μια ενδιαφέρουσα περιγραφή για το μικρό πόλισμα του Δεδεαγατς και το Ελληνικό στοιχείο την οποία παραθέτουμε αυτούσια με την γλώσσα και την ορθογραφία του πρωτοτύπου:
«Πρό τριάκοντα και πέντε ετών το Δεδεαγατς ην έρημος ακτή και αγρία, άγνωστος εις την εμπορίαν, προσιτή δε μονον εις τους λαθρεμπόρους. Εκτοτε όμως επετράπη υπό της Τουρκικής κυβερνήσεως ο συνοικισμός του θρακικού τούτου λιμένος και από της κατασκευής ιδία του σιδηροδρόμου εις τας ερήμους όχθας του αφανούς εκείνου όρμου ωραία εφυτρωσεν πολίχνη αριθμούσα νυν περι τους τετρακισχιλίους κατοίκους ων τα 2/3 περίπου Ελληνες, οι δε άλλοι Οθωμανοί και Αρμένιοι. Εις την νεοσχημάτιστο ταύτην αποικίαν πολλαι Ελληνίδες πόλεις εχρησίμευσαν ώς μητροπόλεις, αναφέρω δε ενταύθα τας κυριωτέρας. Τοιαυται υπήρξαν αι θρακικαί πόλεις Μαρώνια, Μάκρη, Αίνος, Άδριανούπολις, αι νήσοι του Αιγαίου και η κατ εξοχήν φιλαπόδημος πατρίς τών Ήπειρωτών».Ίσως εις τήν ποικιλιαν των Εθνικών τούτων στοιχείων, εξ ών απηρτισθη ή πολις, χρωστεί αυτη την γοργήν πρόοδον και τον ένθουν ζήλον, μεθ' ου προεβη εις τήν σύστασιν των σχολείων της, εις τήν ανέγερσιν προχείρου μεν το κατ αρχάς εκκλησίας, νυν δε μεγαλοπρεπέστατου ναού, όστις οσονούπου αποπερατούται. 'Εν Δεδεαγατς σήμερον λειτουργεί αστική σχολή άρρένων, εν η διδασκουσι δυο διδάσκαλοι και παιδεύονται μαθηταί 90 παρθεναγωγείον εν ω μία διδασκάλισσα διδάσκει 50 μαθητρίας και νηπιαγωγείον εν τω οποιω μία νηπιαγωγός διδάσκει 70 νήπια. Τό Δεδεαγάτς εγένετο ήδη έδρα του Μητροπολίτου Αίνου και έσχε την τύχην να ποιμανθή υπό φιλοτίμων και άξιων της αποστολής των Άρχιερέων.»
Στο φύλλο της 16-5-1905 της εφημερίδας «ΣΚΡΙΠ» γράφει κάποιος ανταποκριτής της Εφημερίδας με το ψευδώνυμο «ΕΔΙΡΝΑΙΟΣ» αναφορικά με την εκδρομή των μαθητών του Ελληνικού Γυμνασίου Αδριανούπολης στο Δεδεαγατς:
«Αδριανούπολις 10 Μαΐου (του Ανταποκριτού μας) Τήν παρελθούσαν εβδομάδα δύο 'Ελληνικαί πόλεις της Θράκης - ή Αδριανούπολις και το Δεδεαγατς - έδωκαν τάς χείρας, είς ένα χαιρετισμόν όστις, εκ της πανηγυρικοτητός του απέβη εθνικόν γεγονός πρώτης τάξεως. Κατά λαμπράν συνήθειαν, καθιερωθείσαν απο πέρυσιν οι μαθηταί του Έλληνικού Γυμνασίου Αδριανουπολεως εκτελούν κατά την εποχήν αύτην μακράς διωργανωμένας εκδρομάς επισκεπτόμενοι τά διάφορα μεγάλα έλληνικά κέντρα της Θράκης εις τά οποία μεταδίδουν, ώς περιοδεύοντες πυρποληταί, τάς ιεράς φλόγας του πατριωτικού αισθήματός των καί απο τά οποία δέχονται, επίσης θερμάς και ζωηράς, τάς εκδηλώσεις της εθνικής αλληλεγγύης και τάς υποσχέσεις της πατριωτικής αμοιβαιότητος. Αλλά αι εκδρομαί αυται των μαθητών εινε κυρίως το σύνθημα προς πανδήμους εορτάς, είς τάς όποιας μετέχουν όχι μόνον ολόκληροι αι Ελληνικαί κοινότητες, αλλά και αυτοί ακόμη οί κυρίαρχοι του τόπου.»
Τον δυναμισμό της Ελληνικής Κοινότητας και την ευρωστία των Ελλήνων ομογενών της πόλεως αποδεικνύουν η φιλοξενία που έτυχαν από τους δεδεαγατσιανούς οι μαθητές του Ελληνικού Γυμνασίου της Αδριανούπολης όπως περιγράφει ο «ΕΔΙΡΝΑΙΟΣ»:
«Ήτον εκεί ολόκληρος ή πόλις του Δεδέαγατς, σκορπισμένη, υπο τον ήλιον, έv ελληνικόν πλήθος, μέγα, πλούσιον, ωραίον, ευπρεπέστατον, το πλήθος το ευγενές, το οποίον κατοικεί εις αυτό το κομματάκι Ευρώπης, με τους πλατείς, τούς ευθείς και δενδροφυτευμένους δρόμους και με τας επαύλεις και τα μέγαρα, το οποίον εχει τόσον ατόπως και τόσον αδίκως τουρκικήν ονομασίαν, είς το οποίον ο Τούρκος στρατιώτης τον οποίον πού και πού απαντάτε εις τον δρόμον, αποτελεί παραφωνίαν ... Εις μιαν άκραν της παραλίας φαιδροτάτην, υπό εν πρόχειρον υπόστεγον σημαιοστόλιστον, επάνω είς τήν χλοην, άνέμενε τούς εκδρομείς το πρόδειπνον, το οποίον προσέφερεν ευγενώς ή κυρία του ομογενούς κ. Κορδέλλα. Μετά τούτο ο Μουσικός Όμιλος τών μαθητών μέχρι της ώρας του δείπνου ανέκρουσε διάφορα τεμάχια περιστοιχιζόμενος υπό του Μουτεσαρίφου και όλης της εκλεκτής μερίδος των ομογενών. 'Επηκολούθησε το δειπνον είς το αυτό μαγευτικόν ύπαιθρον πλησίον της θαλάσσης, υποχρεωτικώτατα επιστατούντων των διακεκριμένων ομογενών κ.κ. Έμμ. Αλτιναλμάζη, τραπεζίτου, Δ. Μαντσίδου, εμπόρου, καί άλλων μελών της εφορείας ... Τήν έπομένην, μετά την δοξολογίαν, ψαλείσαν εις τήν μητρόπολιν-τήν μεγαλοπρεπή αυτήν επίδειξιν του εύγενεστάτου εθνισμού των-οι Δεδεαγάτσιοι προσέφεραν τήν ώραίαν τέρψιν της λεμβοδρομίας, προτείναντες νά συνοδεύσουν τον θαλάσσιον περίπατον μέ ολόκληρον τον στόλον των εβδομήντα και πλέον καϊκιών των.»
«Μια εκδρομή από το λιμάνι του Δεδεαγατς.»
Η δημοσιογράφος Μαρία Χατζηκάλου στο βιβλίο της που εκδόθηκε το 1909 «ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ» μας μεταφέρει την εικόνα που συνάντησε επισκεπτόμενη την πόλη μας, την οποία παραθέτομε με την ορθογραφία του πρωτοτύπου πλην του πολυτονικού:
«Από Σουφλή μετέβην είς Δεδεαγατς πόλιν παράλιον με εμπόριον τέλειον. Επεσκέφθην το εργοστάσιον των αλεύρων κ. Γ. Πρωτοπαππα η εργασία του βαίνει καλώς, αν και δυστυχώς παρά του ομογενούς πληθυσμού δεν έτυχεν υποστηρίξεως ής έπρεπε και η οποία ήρμοζε. Διότι είναι ο θερμότερος πατριώτης, ο οποίος παντείοις τρόποις υποστηρίζει τους Ελληνικούς πληθυσμούς. Επί του παρόντος συνησθάνθησαν τούτο οι Ελλ. πληθυσμοί, κατόπιν του δριμύτατου συναγωνισμού Αλλατίνι ήρχισε να κάμη καταπληκτικήν κατανάλωσιν και ημέρα τη ημέρα κατακτά έδαφος. Υπερτερεί το Ελληνικόν στοιχείον, το εμπόριον κατέχεται υπό των Ελλήνων. Η πόλις είναι ωραία και έχει λαμπράν άποψιν, έχει ωραία κτίρια, με τακτικούς δρόμους, Εκκλησίαν, Σχολείον και διάφορα άλλα φιλανθρωπικά καταστήματα. Κατά το διάστημα της εκεί διαμονής μου παρέμεινα είς το Ξενοδοχείον του συμπατριώτου μου Μιγκα, παρ΄ού έτυχον ιδιαιτέρων περιποιήσεων. Εγνώρισα δε πολλάς οικογενείας περί των οποίων εσχημάτισα τας καλλιτέρας εντυπώσεις υπό έποψιν αναπτύξεως μορφώσεως ευγενείας συμπεριφοράς πρό παντός δε εκ της θρησκευτικής αγάπης και ευλαβείας. Αι κυρίαι έχουν ιδρύσει Αδελφότητα Φιλοπτωχον και εν γένει καταγίνονται είς έργα φιλοπρόοδα και κοινοφελή. ... Αυταί εν συνόλω είναι οι εντυπώσεις μου εκ Δεδεαγατς.».-
«Διαφήμιση ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑ 1913.»
Κύριος λοιπόν παράγοντας της αναπτύξεως της πόλης στα πρώτα χρόνια της ζωής της, μαζί με την αρμενική και εβραϊκή κοινότητα, αλλά και τους λεγόμενους φραγκολεβαντίνους, κυρίως υπαλλήλους της εταιρίας των σιδηροδρόμων αλλά και των ξένων ακτοπλοϊκών πρακτορείων, είναι η ελληνική κοινότητα, που ίδρυσε στα 1909 και σχολή αρρένων.
Στην εφημερίδα «ΦΑΡΟΣ» της Θεσσαλονίκης της 24-9-1909 δημοσιεύθηκε μια ελεγεία για την ίδρυση της σχολής αυτής.
«Εκ Δεδε-Αγατς τη 19η Σεπτεμβρίου 1909 (Του Ανταποκριτού μας). Μέγα και σπουδαίον γεγονός έλαβε χώραν εν τη πόλει Δεδε-Αγάτς. Τα εγκαίνια της μεγαλοπρεπούς των Αρρένων Σχολής δι’εξόδων του μεγατίμου της Κοινότητος ταύτης ευεργέτου κ. Αντωνίου Λεονταρίδου. Η Κοινότης Δεδε-Αγατς η νομίμως υπέρ των απαραγράπτων του Γένους μας δικαίων μαχομένη, θα έχη πλέον να επιδείξη εις πάντα ξένον επισκέπτην, εις πάντα αλλοεθνή και αλλόθρησκον έναν έτι τηλαυγή των γραμμάτων Φάρον, έν έτι των Μουσών Τέμενος, το υπερήφανον, το μεγαλοπρεπές, το πάλλευκον τούτο οικοδόμημα, το οφειλόμενον εις την γεναιοδωρίαν αγλαού της Μαρωνείας τέκνου του πανσεβάστου γέροντος Αντωνίου Λεονταρίδου. Δεν εξέλιπον εισέτι τα ευγενή του γένους μας τέκνα, υφίστανται και θα υφίστανται εν όσω βεβαίως το Έθνος μας ευρίσκεται εν τη ζωή καθ’ότι ουδέποτε ο μέγας των Ελλήνων Θεός είναι δυνατόν να εγκαταλείπη τον φορέαν τούτον του φωτός και της ελευθερίας. Το Έθνος μας εν όσω έχει τοιαύτα τέκνα άτινα έχουσι ερριζωμένην εις την καρδίαν των το μητρός και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον... πατρίς και σεμνώτερον και αξιώτερον... ουδέποτε θέλει υπολειφθή των ευκλεών και ενδόξων προγόνων του. Είθε και άλλοι να μιμηθώσι το παράδειγμα του μεγατίμου της Κοινότητος ταύτης ευεργέτου. Λυγκεύς».
«Το λιμάνι DEDEAGATCH στη 10ετια 1890.»
Η ελληνική κοινότητα φτάνει στην μεγαλύτερη ακμή της λόγω του εμπορίου λίγο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους. Σε όλους τους γνωστούς εμπορικούς οδηγούς των τελευταίων χρόνων του 19ου αιώνα αλλά και των αρχών του 20ου έντονη καταγράφεται η παρουσία Ελλήνων Εμπόρων, όπως στον οδηγό του Νικολάου Γ. Ιγγλέση, έτος γ' τόμος Α' των ετών 1910-1911, όπου διαβάζουμε ότι σχεδόν όλα τα επαγγέλματα ασκούνται από Έλληνες
Στο καταστατικό της κοινότητας του έτους 1912, που επικυρώθηκε από τον Μητροπολίτη Αίνου Ιωακείμ, διαβάζουμε στο άρθρο 1 
«την Ελληνική Ορθόδοξον Κοινότητα Δεδεαγάτς αποτελούσι πάντες οι Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί οι κατοικούντες εν τη πόλει ταύτη, όντες αυτοδικαίως μέλη αυτής»,
ενώ το άρθρο 2 ορίζει:
«Αρχηγός της Κοινότητος είναι ο εκάστοτε Μητροπολίτης, όστις ... είναι ανώτατος διευθυντής και επόπτης της Κοινότητος και αυτοδικαίως Πρόεδρος των Σωματείων αυτής.»
Κατά το άρθρο 5 η Κοινότητα
«διοικείται δια των εξής σωματείων: α) της Αντιπροσωπείας, β) της Δημογεροντίας, γ) της Εφορείας των σχολών, δ) της Επιτροπής του Νεκροταφείου και ε) της Επιτροπής του Ελέους».
Σύμφωνα με το άρθρο 6 διαιρείται στα εξής τμήματα η περιφέρειες, που καταδεικνύουν την ανάπτυξη της πόλης και τις γειτονιές που κατοικούνταν από τους Έλληνες:
α') εις την περιφερειαν Μητροπόλεως,
β') είς την περιφερειαν Φάρου και 
γ') εις την περιφερειαν Διοικητηρίου.
Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να παραθέσουμε τα σύνορα των περιφερειών όπως περιγράφονται στο καταστατικό:
«Τμήμα Α) Μητροπόλεως. Καφενείον Σκάλας (κτήμα Δημαρχείου). Αποθήκαι παλαιάς 'Εταιρείας. Σταθμός παλαιάς 'Εταιρείας. Συνδετική γραμμή Ν. Εταιρείας. Οικία Σ. Βερναρδάκη. Δρόμος Νοσοκομείου. Οικία Έμμ. Μπελέμον. Οικία Α. Τζανη.Τμήμα Β) Φάρου. Οικία Π. Λεονταρίδου. Οικία Α. Χαμπούρη. Φαρμακείον Π. Παπαδοπούλου. Γραφείον Μ. Κανέτσου. Κτήμα Δ. Πουλημένου. Παντοπωλείον Βασ. Μαχαίρα. Οικία I. Μολλά. Οικία Πασχάλη Βασιλείου. Λάμπρου Βατίκη ύφασματοπωλείον. Οικία Γαβρ. Βόγια. Οικία Νικ. Χατζέλου. Οικία Χρήστου 'Ηλία. Οικία Σωτηρ. Κομνηνίδου. Οικία Φιλομ. Λεονταρίδου. Οικία Δημ. Δαλαβέρα. Καφενείον Άθ. Βανικιώτη.Τμήμα Γ) Διοικητηρίου. Οικία Άλεξ. Κρήτη. Οίκία Ελένης Δερλίκη. Οικία Γεωργίου Μπαρπαγιάννη. Οικία Π Μηλιώνη. Οικία Αντ. Σεγβαλή Οικία Κ. Κορδέλη. Οικία Κωνστ. 'Αστυνόμου. Οίκια Αχμέτ άγά. Συνδετική γραμμή Ν. Εταιρείας.»

Οι βαλκανικοί πόλεμοι έριξαν το Δεδεαγατς στην κατοχή της Βουλγαρίας, με την σφαγή Μουσουλμάνων από τους Κομιτατζήδες κατά την είσοδο τους το 1912 και την προσπάθεια διάσωσης αρκετών από αυτούς από τον τότε Μητροπολίτη Αίνου και Δεδεαγατς Ιωακείμ. Μετά την πρώτη χαρά από την απελευθέρωση της πόλης από τον Οθωμανικό ζυγό ήρθαν και τα πρώτα σύννεφα. Ακολούθησαν οι διώξεις, εκτοπίσεις, δολοφονίες κλπ.
Αυτή ήταν η ιστορία της Ελληνικής κοινότητας του εξωτικού, πολυεθνικού και πολυφυλετικού Δεδεαγατς. Όλες αυτές οι ιστορίες ξεχάστηκαν, οι άνθρωποι έφυγαν, τα κτίρια εξαφανίστηκαν, έμεινε μόνο η δική μας ανάγκη να έχουμε στίγμα, σημείο αναφοράς και ρίζα καταγωγής, οση περισώζεται, και αφήνει ένα ίχνος και ίσως μιλάει γι' αυτό που κάποτε είχε αξία, όπως το σημερινό εκκλησιαστικό μουσείο (Λεονταρίδειος Σχολή), ο Ναός του Αγίου Νικολάου και το τρίτο Νηπιαγωγείο δίπλα, η υλική παρακαταθήκη των Ελλήνων του Δεδεαγατς μιας Ελληνικώτατης πόλης. Οι Δεδεαγατσιανοί παρ’όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν άντεξαν γιατί είχαν υψηλό εθνικό φρόνημα και μας παρέδωσαν ως παρακαταθήκη την Ελληνικότητα της πόλης μας που διέσωσαν ως κόρη οφθαλμού έναντι όλων των επιβουλών που οφείλονταν στην γεωστρατηγική της θέση μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Πέτρος Γ. Αλεπάκος
Δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ Α.ΠΟΙΜΕΝΙΔΗ 1952 (ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΕΚΔΟΣΗ Θ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ 1988)
2. ΘΡΑΚΙΚΗ ΣΤΟΑ ΛΕΥΚΩΜΑ ΘΡΑΚΗΣ-ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ 1932
3. Παντελής Αθανασιάδης http://sitalkisking.blogspot.gr
4. Μαρία Χατζηκάλου «ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ 1909»
5. Οδηγός της Ελλάδος. Νικολάου Γ. Ιγγλέση, έτος γ' τόμος Α' των ετών 1910-1911.-
6. ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ: ΑΓΩΝ, ΣΚΡΙΠ, ΝΕΟΛΟΓΟΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ ΦΑΡΟΣ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ,ΚΩΝ/ΠΟΛΙΣ.-
7. Κανονισμός της κοινότητος ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ 1912.
8. ΑΡΧΕΙΟΝ TOY ΘΡΑΚΙΚΟΥ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΘΗΣΑΥΡΟΥ, ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΝ ΥΠΟ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΘΡΑΚΩΝ ΤΟΜΟΣ Ι. 1943-44
9. Νικόλαος Κόκκας, Εισήγηση στη Γ’ Επιστημονική Συνάντηση του Κέντρου Μελέτης Πέτρινων Γεφυριών με θέμα «Μαστόροι και γεφύρια» - 25 Νοεμβρίου 2006, που δημοσιεύτηκε στον τόμο «Περί Πετρογέφυρων… Μαστόροι και γεφύρια που εκδόθηκε το 2009 από το Κέντρο Μελέτης Πέτρινων Γεφυριών, σελίδες 55-84.
10. 
«ANNUAIRE ORIENTAL DU COMMERCE» του 1881 των R. Cervati και C. Freres.
11. Κ. Παπαθαναση Μουσιοπουλου Αλεξανδρούπολη και Θρακικός Ελληνισμός
12. Φωτοαρχειο: Γ. Αλεπάκου και Οθωμανικά Αρχεία (internet).

Δεν υπάρχουν σχόλια: