Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

Ο ονοματοδοτης της πόλης μας Βασιλιάς Αλέξανδρος ο Α΄

(Φύλλο 16.616 Μάρτιος 2020 της εφημερίδας ‘ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΡΑΚΗ’)
Δεν υπάρχει στην Ελλάδα άλλη πόλη που να έχει πάρει τη ονομασία της από το όνομα κάποιου Βασιλέα της τέως Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας, όπως η πόλη μας, που ονομάστηκε Αλεξανδρούπολη προς τιμή του Βασιλιά Αλέξανδρου του Α΄.
«Ο Αλέξανδρος με το σκύλο του.»
Ο Αλέξανδρος (1 Αυγούστου 1893 - 25 Οκτωβρίου 1920), ήταν ο δευτερότοκος γιος του Βασιλιά Κωνσταντίνου του Α΄και της Βασίλισσας Σοφίας. Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από όπου αποφοίτησε το 1912. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως αξιωματικός του πυροβολικού. Ως δευτερότοκος γιός του Βασιλιά θεωρούσε δεδομένο ότι δεν θα καθόταν ποτέ στον θρόνο. Ο φίλος του Χρήστος Ζαλοκώστας τον περιγράφει ως ένα μαθητή μέτριο στην στρατιωτική σχολή και ως άτομο που κατά τα νεανικά του χρόνια διακρινόταν για τον ατίθασο χαρακτήρα του, σε αντίθεση με το μεγαλύτερο αδελφό του τον Γεώργιο. Αρειμάνιος καπνιστής, έβαλε κατά λάθος φωτιά στην αίθουσα παιχνιδιών στο παλάτι και απρόσεκτα έχασε τον έλεγχο ενός καροτσιού, αναποδογυρίζοντας τον μικρότερο αδελφό του τον Παύλο σε απόσταση 6 μέτρων.

Είχε πολλές επιτυχίες στο γυναικείο φύλο αλλά η μεγάλη αγάπη του ήταν για τα αυτοκίνητα. Ήπιος γενικά χαρακτήρας, ένιωθε συχνά να τον καταπιέζει η αυλική εθιμοτυπία και είχε ροπή στα ξενύχτια και το τάβλι, χωρίς να δείχνει ιδιαίτερη φροντίδα για τις κρατικές υποθέσεις.

Το 1915, σε μια κοσμική εκδήλωση στην Αθήνα ο Αλέξανδρος συνάντησε την παιδική του φίλη Ασπασία Μάνου. Ήταν κόρη του Πέτρου Μάνου, αξιωματικού του ιππικού και αυλικού στο παλάτι και της Ελένη Αργυροπούλου και είχε μόλις επιστρέψει από τις σπουδές της στη Γαλλία και την Ελβετία. Η Ασπασία ήταν πολύ όμορφη και ο Αλέξανδρος την ερωτεύθηκε και επεδίωξε και κατόρθωσε να συνάψει δεσμό μαζί της, που τα επόμενα χρόνια κράτησε κρυφό από την οικογένεια του.
«Αλέξανδρος και Ασπασία.»
Ενόσω ο Αλέξανδρος και η Ασπασία ζούσαν τον έρωτα τους, η χώρα περνούσε το δράμα του Εθνικού Διχασμού, εξαιτίας της διαμάχης του τότε Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του πατέρα του Αλεξανδρου, Βασιλιά Κωνσταντίνου αναφορικά με την εμπλοκή ή όχι της Ελλάδας στον Μεγάλο Πόλεμο στο πλευρό των δυνάμεων της Ανταντ (Entente, αρχικά Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία).

Υπό την προστασία των χωρών της Αντάντ, ιδιαίτερα της Γαλλίας, το Φθινόπωρο του 1916 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, έχοντας εξαναγκαστεί από τον Κωνσταντίνο σε παραίτηση για δεύτερη φορά, σχημάτισε μια προσωρινή παράλληλη κυβέρνηση με αυτή του Βασιλιά. Θρυαλλίδα για την εξέλιξη αυτή ήταν η παράδοση από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου του οχυρού Ρούπελ και της ίδιας της πόλης της Καβάλας τον Αύγουστο του 1916 στους Βουλγάρους και την συνακόλουθη αιχμαλωσία από τους τελευταίους του Δ Σώματος Στρατού.

Ακολούθησαν τα Νοεμβριανά, όταν στις 18 Νοεμβρίου / 1 Δεκεμβρίου 1916, ο Γάλλος ναύαρχος Λουί Νταρτίζ ντε Φουρνέ (Louis Dartige du Fournet) έδωσε εντολή στις Συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην Ελλάδα να προβούν σε μια επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, από ένα αποβατικό σώμα 3.000 ανδρών, που προέρχονταν από τις γαλλικές, τις αγγλικές και τις ιταλικές ένοπλες δυνάμεις. Οι συμμαχικές όμως δυνάμεις αντιμετώπισαν σθεναρή αντίσταση από τον Ελληνικό στρατό και τους βασιλόφρονες επιστράτους που σε μεγάλο αριθμό συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν αφήνοντας πίσω 194 νεκρούς και τραυματίες σε αντίθεση με τις Ελληνικές απώλειες που ανήλθαν σε 84 χωρίς όμως να υπολογιστούν οι άμαχοι και οι εκτελεσθέντες τις επόμενες ημέρες Βενιζελικοί.

Στις 19 Νοεμβρίου / 2 Δεκεμβρίου 1916 η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία αναγνώρισαν επισήμως την κυβέρνηση Βενιζέλου ως τη μόνη νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδας, χωρίζοντας έτσι τη χώρα. Στις 24 Νοεμβρίου / 7 Δεκεμβρίου 1916, η κυβέρνηση του Βενιζέλου κήρυξε επισήμως πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

Στη Γαλλία, ο πρωθυπουργός Αριστίντ Μπριάν (Aristide Briand), που είχε προσπαθήσει να επιτύχει τη συμφιλίωση των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, αναγκάστηκε να προβεί σε ανασχηματισμό της γαλλικής κυβέρνησης, ενώ στη Βρετανία, ο πρωθυπουργός Χέρμπερτ Χένρι Άσκουϊθ (H. H. Asquith) και ο υπουργός Εξωτερικών Έντουαρντ Γκρέι (Sir Edward Gray) παραιτήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τους Λόιντ Τζορτζ (Lloyd George) και Αρθούρο Μπαλφουρ (Arthur Balfour). Η αλλαγή στη βρετανική ηγεσία αποδείχτηκε ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα, αφού ο Lloyd George ήταν φιλέλλην και θαυμαστής του Βενιζέλου.
«Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος ο Α΄.»
Η πτώση του Τσάρου στη Ρωσία το Φεβρουάριο του 1917 οδήγησε τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία να λάβουν πιο δραστικά μέτρα εναντίον του βασιλιά Κωνσταντίνου, αφού εξέλιπε πλέον ο Τσάρος ο οποίος είχε αρνηθεί τις γαλλικές προτάσεις για την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου από το θρόνο. Οι Σύμμαχοι, βέβαια, ιδίως η Μεγάλη Βρετανία, δεν ήθελαν να δημιουργηθεί μια ελληνική δημοκρατία και προσπάθησαν να αντικαταστήσουν τον βασιλιά με ένα άλλο μέλος της βασιλικής οικογένειας. Ο πρίγκιπας Γεώργιος, ο οποίος ήταν ο διάδοχος, αποκλείστηκε επειδή τον θεωρούσαν πάρα πολύ φιλογερμανό, όπως τον πατέρα του. Αρχικά φαίνεται ότι βολιδοσκόπησαν τον αδελφό του Κωνσταντίνου (και θείου του Αλεξάνδρου), τον Πρίγκιπα Γεώργιο ο οποίος αρνήθηκε επικαλούμενος κόπωση από τη δύσκολη θητεία του ως Ύπατου Αρμοστή Κρήτης μεταξύ 1901 και 1905. Πάνω απ 'όλα, όμως προφανώς ήθελε να παραμείνει πιστός στον αδελφό του. Έτσι ο δεύτερος υιός του Κωνσταντίνου, ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος, επιλέχθηκε να γίνει ο νέος μονάρχης.

Στις 27 Μαΐου / 9 Ιουνίου 1917 ο Κάρολος Ζοννάρ (Charles Jonnart), εμφανίσθηκε στον Πειραιά επικεφαλής συμμαχικού στόλου όπου και επέδωσε στη τότε ελληνική κυβέρνηση Ζαϊμη τελεσίγραφο με το οποίο ζητούνταν εγγυήσεις για την ασφάλεια του συμμαχικού στρατού στη Μακεδονία και πρωτίστως η παραίτηση του Βασιλέως Κωνσταντίνου Α΄ εντός 24 ωρών και την άνοδο στο θρόνο του δευτερότοκου υιού του Αλέξανδρου.

Στις δραματικές ημέρες - ώρες που ακολούθησαν, με υφιστάμενο τον αποκλεισμό του Πειραιά, την αποβίβαση αποικιακών σενεγαλέζικων στρατευμάτων, την κατάσχεση του ελληνικού στόλου και τον βομβαρδισμό της Αθήνας, ο Κωνσταντίνος συμφώνησε να πάει σε αυτοεξορία, χωρίς να παραιτηθεί επίσημα από το στέμμα του.

Παράλληλα ως Αρμοστής πλέον της Ελλάδας ο Κ. Ζοννάρ, εκδίδοντας και σχετικό διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, μετεκάλεσε από την Θεσσαλονίκη τον Ε. Βενιζέλο δια γαλλικού πολεμικού και του ανέθεσε την πρωθυπουργία.

Η απομάκρυνση βέβαια του Κωνσταντίνου δεν υποστηρίχθηκε ομόφωνα από τις δυνάμεις της Entente. Η κυβέρνηση της Αγίας Πετρούπολης ζήτησε από τον Αλέξανδρο να μην λάβει τον τίτλο του βασιλιά αλλά μόνο του αντιβασιλέα, έτσι ώστε να διατηρηθούν τα δικαιώματα του βασιλιά και του διαδόχου και προέβη σε διαμαρτυρίες στο Παρίσι, που αγνοήθηκαν. Επίσης ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα συμβούλευσε τον Κωνσταντίνο να μη παραιτηθεί

Ο Αλέξανδρος ορκίστηκε το απόγευμα της 29ης Μαΐου / 11ης Ιουνίου 1917 στην αίθουσα χορού του Παλατιού. Εκτός από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Θεόκλητο Α΄, παραβρέθηκαν μόνο ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο Διάδοχος Γεώργιος και ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης. Δεν ακολούθησαν εορταστικές εκδηλώσεις. Ο 23χρονος Αλέξανδρος είχε σπασμένη φωνή και δάκρυα στα μάτια καθώς έκανε την επίσημη δήλωση.

Την επομένη, ο πρώην βασιλιάς και η οικογένειά του διέφυγαν κρυφά και κατέληξαν στην Ελβετία.

Πριν φύγει όμως ο πατέρας του, ο Αλέξανδρος του αποκάλυψε το δεσμό του με την Ασπασία Μάνου και ζήτησε την άδειά του να την παντρευτεί. Ο Κωνσταντίνος ήταν απρόθυμος να αφήσει το γιο του να παντρευτεί μια γυναίκα που δεν είχε βασιλική καταγωγή και ζήτησε από τον Αλέξανδρο να περιμένει μέχρι το τέλος του πολέμου πράγμα που συμφώνησε ο Αλέξανδρος.

Ο Αλέξανδρος ορκίστηκε στο Ελληνικό Σύνταγμα σε μια τελετή που έλαβε χώρα στη Βουλή στις 22 Ιουλίου 1917 (π. ημ.), παρουσία του Υπουργικού Συμβουλίου, των Βουλευτών και της Ιεράς Συνόδου, χωρίς την παρουσία όμως του Αρχιεπισκόπου Θεόκλητου, που λίγο μετά καθαιρέθηκε γιατί είχε λάβει μέρος στο ανάθεμα του Βενιζέλου το 1916. Τον όρκο απήγγειλε ο Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδας.
Αν και ορκίστηκε Βασιλιάς, ο Αλέξανδρος ανέλαβε τα καθήκοντά του με την πεποίθηση ότι εκτελούσε χρέη τοποτηρητή του θρόνου μέχρι το τέλος του πολέμου και την επιστροφή του πατέρα του. Στην αρχή η σχέση Βενιζέλου-Αλέξανδρου ήταν τραυματική για τον ίδιο. Σύμφωνα με τον Χρήστο Ζαλοκώστα, στις ιδιωτικές συνομιλίες που είχε μαζί με τον Αλέξανδρο, ο δεύτερος αποκαλούσε τον πρωθυπουργό Σατανά και πως όταν τον όρκισε δεν τον συνεχάρη. Όμως οι όποιες εντάσεις μεταξύ βασιλιά και κυβέρνησης δεν επιβάρυναν τη μεταξύ τους συνεργασία. Τον Ιανουάριο του 1919 ο Αλέξανδρος έβγαλε λόγο σε στρατιωτική μονάδα με τον οποίο καλούσε τους στρατιωτικούς να μην συνωμοτούν σε βάρος της κυβέρνησης.
«Ο Βενιζέλος και ο Αλέξανδρος το 1920.»
Αποκομμένος όμως από την οικογένειά του, αφού οι επιστολές του προς τους γονείς του παρελήφθησαν από την κυβέρνηση και κατασχέθηκαν, μόνη παρηγοριά του Αλεξάνδρου ήταν η Ασπασία και εκμεταλλευόμενος την απουσία του Βενιζέλου στο Παρίσι αποφάσισε να την παντρευτεί. Οι βρετανικές αρχές έβλεπαν θετικά το γάμο γιατί φοβήθηκαν μήπως ο Αλέξανδρος παραιτηθεί για να παντρευτεί την Ασπασία αν του απαγορευόταν ο γάμος. Κάτι τέτοιο θέλησαν να το αποφύγουν γιατί φοβόταν ότι υπήρχε ο κίνδυνος να γίνει δημοκρατία που θα οδηγούσε σε αστάθεια και αύξηση της γαλλικής επιρροής.
Έτσι ο Αλέξανδρος νυμφεύθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1919 (ν.ημ) την Ασπασία από τον αρχιμανδρίτη των Ανακτόρων Ζαχαρία παρουσία μόνο του φίλου του και συγγραφέα Χρήστου Ζαλοκώστα, που ήταν σύζυγος της αδερφής της Ασπασίας.
Σύμφωνα με το ελληνικό σύνταγμα, τα μέλη της βασιλικής οικογένειας έπρεπε να πάρουν άδεια να παντρευτούν τόσο από τον βασιλέα όσο και από τον επικεφαλής της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Με το γάμο αυτό χωρίς την άδεια του Αρχιεπισκόπου, ο Αλέξανδρος προκάλεσε ένα μεγάλο σκάνδαλο.
Παρά την αποδοκιμασία του για την ένωση αυτή, ο Βενιζέλος επέτρεψε στην Ασπασία και στη μητέρα της να μετακομίσουν στο Παλάτι υπό την προϋπόθεση ότι ο γάμος θα παραμείνει μυστικός. Όμως το μυστικό διέρρευσε και η Ασπασία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Έφυγε στη Ρώμη και έπειτα στο Παρίσι, όπου ο Αλέξανδρος μπόρεσε να την ακολουθήσει, αργότερα, υπό την προϋπόθεση να μην παραστούν σε επίσημες τελετές μαζί.
Τον Ιούνιο του 1920 ο Αλέξανδρος επέστρεψε στην Ελλάδα και αποφάσισε να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις απελευθέρωσης της Ανατολικής Θράκης, που από το 1918 τελούσε υπό Γαλλική κατοχή. Επειδή όμως οι διεξαγόμενες στην Κιλικία επιχειρήσεις μεταξύ Γάλλων και Τούρκων Εθνικιστών, είχαν ως αποτέλεσμα να αποσταλούν εκεί τα ευρισκόμενα στην Ανατολική Θράκη Γαλλικά στρατεύματα εκτός από μια μικρή δύναμη που παρέμεινε για να περιφρουρεί την σιδηροδρομική γραμμή Κωνσταντινούπολης -Αδριανούπολης, το Ανώτατο Διασυμμαχικό Συμβούλιο στο Παρίσι, υπό τον διαγραφόμενο κίνδυνο της αντίστασης που ετοίμαζε ο Τζαφέρ Ταγιάρ, τούρκος συνταγματάρχης, μαζί με Βούλγαρους κομιτατζήδες, έλαβε την απόφαση στις 20-6-1920 (π.ημ.) όπως η Ανατολική Θράκη καταληφθεί μέχρι Τσατάλτζα υπό των Ελληνικών δυνάμεων.
«Ο Αλέξανδρος με τον αρχιστράτηγο Παρασκευόπουλο στην Πάνορμο.»
Επιβιβάστηκε στο θρυλικό Αβέρωφ και επισκέφθηκε πρώτα την Πάνορμο, όπου παρακολούθησε την εκεί απόβαση του Ελληνικού Στρατού. Αποβιβάστηκε μάλιστα στη Πάνορμο και ο ίδιος φορώντας τη στολή ναυάρχου όπου τον υποδέχτηκε πλήθος κόσμου. Μετά επισκέφτηκε την Ραιδεστό και παρακολούθησε την απόβαση και εκεί του Ελληνικού Στρατού.
«Η απόβαση του Βασιλιά Αλέξανδρου στην προβλήτα της Αλεξανδρούπολης (τότε ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ).»
Στις 8 Ιουλίου του 1920 (π.ημερ.), ημέρα Τετάρτη ήρθε στην πόλη μας που ονομαζόταν Δεδεαγατς, φορώντας αυτή τη φορά θερινή στολή Στρατηγού. Στην μικρή προβλήτα τον υποδέχτηκαν ο ύπατος Αρμοστής κ. Σαχτούρης, ο Αντιστράτηγος κ. Ζυμβρακάκης μετά του επιτελείου του, ο Πολιτικός Διοικητής κ. Σνωκ μετά του προσωπικού της Διοικήσεως, ο Δήμαρχος Εμμανουήλ Αλτιναλμάζη, αντιπρόσωποι όλων των Κοινοτήτων και αντιπρόσωποι του εμπορικού κόσμου και των Συντεχνιών.
Έχει γραφτεί από πολλούς ότι ο Δήμαρχος στην προσφώνηση του ανέφερε την απόφαση των τοπικών αρχών να μετονομαστεί η πόλη από Δεδεαγατς σε Αλεξανδρούπολη. Όμως η προσφώνηση του Εμ. Αλτιναλμάζη όπως καταγράφηκε στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της 12-7-1920 (π.ημ) και παραθέτουμε με την ορθογραφία του πρωτοτύπου πλην του πολυτονικού δεν αναφέρει κάτι τέτοιο:
«Μεγαλειότατε,
Καθ’ην ώραν ο ήχος των τηλεβόλων του ηρωικού στρατού της Υ.Μ. φθάνων μέχρι Δεδεαγάτς, αναγγέλει την υπό των Ελληνικών δυνάμεων απόδοσιν της Θρακικής γής εις την μεγαλυνθείσαν πατρίδα, η ενταύθα παρουσία της Υ.Μ. συμβολίζουσα τας υπό την σκέπην της θείας προνοίας συντελουμένας προόδους της φυλής, αποτελεί σταθμόν φωτεινόν εν τη ιστορία του Έθνους. Αι εξαιρετικαί συνθήκαι υπό τας οποίας αι νέαι Ελληνικαί χώραι εκδηλούσι την εις τον νεαρόν αυτών Βασιλέα αφοσίωσιν και αγάπην των, αποτελούσι Μεγαλειότατε το ασφαλέστερον εχέγγυον της μελλούσης συμπράξεως του Θρόνου και του Έθνους η δε, πολυπαθής πόλις του Δεδεαγάτς και οι μαρτυρικοί αυτής κάτοικοι μεθ’υπερηφανείας θα διατηρήσωσι την μνήμην της επισκέψεως Υμών, ήτις θα αποβή η αφετηρία της αναγεννήσεως μας και η αισία απαρχή της περαιτέρω αναπτύξεως σπουδαίου λιμένος επί της βορείας ακτής της αποκλειστικώς πλέον Ελληνικής θαλάσσης του Αιγαίου.»
Μετά την υποδοχή επιβιβάστηκε σε ανοιχτό αυτοκίνητο με το οποίο μετέβη στην Μητρόπολη, όπου τελέστηκε δοξολογία προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ιωακείμ. Μετά την δοξολογία παρετέθη δεξίωση στο Μητροπολιτικό μέγαρο. Εκεί επισκέφθηκαν τον Αλέξανδρο οι αντιπρόσωποι των Κοινοτήτων, οι επιφανείς και οι πρόκριτοι και όλος ο υπαλληλικός κόσμος. Μετά την δεξίωση ο Αλέξανδρος μετέβη με το αυτοκίνητο του μέχρι την Μάκρη.
«Ο Αλέξανδρος στο ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ.»
Την επομένη 9 Ιουλίου 1920 (π.ημ.) , ο Βασιλιάς με έκτακτη αμαξοστοιχία, μετέβη στην Κομοτηνή, κατόπιν προσκλήσεως του Κυβερνητικού αντιπροσώπου Χ. Βαμβακά και επέστρεψε το απόγευμα με το αυτοκίνητο του στην πόλη μας. Το βράδυ του παρέθεσε γεύμα στον κήπο του ξενοδοχείου «Πανελλήνιον», που βρισκόταν στην σημερινή Λεωφόρο Δημοκρατίας, ο ύπατος Αρμοστής κ. Σαχτούρης στο οποίο παρακάθησαν οι Στρατιωτικές και Πολιτικές Αρχές. Το βράδυ διανυκτέρευσε πάνω στο Αβέρωφ και την επομένη 10 Ιουλίου 1920 (π.ημ.)ξεκίνησε σιδηροδρομικώς για Διδυμότειχο ακολουθώντας το Στρατηγείο. Στο Διδυμότειχο ο Αλέξανδρος δέχτηκε τις αρχές και τα προεδρεία των ξένων κοινοτήτων.
«Ο νεκρός του Βασιλιά και η Ασπασία.»
Την 12η Ιουλίου 1920 (π.ημ.) εισήλθε ο Ελληνικός στρατός στην Αδριανούπολη και την 13η Ιουλίου 1920 (π.ημ.), ημέρα Δευτέρα εισήλθε ο Αλέξανδρος εν πομπή στην πόλη. Η σειρά των αυτοκινήτων, προπορευομένου του βασιλικού ξεκίνησε από το Καραγατς. Από τη γέφυρα του ποταμού Έβρου μέχρι της Μητροπόλεως κάλυπταν τη λεωφόρο και τις παρόδους πλήθη κόσμου που ζητοκραύγαζαν και έραιναν με άνθη το Βασιλιά. Η βασιλική πομπή έφτασε στη Μητρόπολη, όπου τελέστηκε δοξολογία προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Πολυκάρπου. Ακολούθησε δεξίωση στο Δημαρχιακό Μέγαρο, όπου τον συνάντησαν Τούρκοι πρόκριτοι καθώς και ο Βούλγαρος επίσκοπος ο οποίος ευχήθηκε την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τη στέψη του Αλεξανδρου στην Αγία Σοφία. Το μεσημέρι ο Αλεξανδρος επισκέφτηκε το ιστορικό τέμενος Σουλτάν Σελήμ, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους μουσουλμάνους που προσεύχονταν. Ο Βασιλιάς καθ όλη τη διαμονή του στην Αδριανούπολη έβγαινε σε μακρινούς περιπάτους άνευ φρουράς. Αναφέρεται μάλιστα από τον Γεραγά, ανώτερο κυβερνητικό υπάλληλο, που διετέλεσε Αναπληρωτής Γενικός Διοικητής Θράκης, το ακόλουθο περιστατικό. Ο Δήμος Αδριανούπολης αποφάσισε να δωρίσει το Μέγαρο της Δημαρχίας όπου διανυκτέρευσε ο Βασιλιάς στον τελευταίο για να χρησιμεύει ως ανάκτορο κατά τις επισκέψεις του Στην Αδριανούπολη. Επιτροπή Αδριανουπολιτών ανακοίνωσε την απόφαση και παρακάλεσε το Αλεξανδρο να δεχτεί τη δωρεά, πράγμα που έπραξε, ευχαριστώντας. Μετά όμως από λίγες ημέρες το Αυλαρχείο ανακοίνωσε δια της Αρμοστείας ότι ο Βασιλιάς ευχαριστεί για την αυθόρμητη δωρεά αλλά δεν την αποδέχεται. Κατά τον Γεραγά η Κυβέρνηση μόλις πληροφορήθηκε την δωρεά απέτρεψε την αποδοχή.
Στις 16 Ιουλίου 1920 (π.ημ) ο Βασιλιάς οδικώς έφθασε στις Σαράντα Εκκλησιές, όπου οι Ελληνες κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στην πλατεία και στους εξώστες και μάλιστα ένας εξώστης υποχώρησε από το βάρος των ανθρώπων αλλά ευτυχώς ένα δέντρο κάτω από τον εξώστη απέτρεψε την απότομη πτώση και τα χειρότερα.
Μετά την ολοκλήρωση της περιοδείας του στην Ανατολική Θράκη αναγράφηκε στο τύπο ότι ο Αλεξανδρος θα επέστρεφε στην πόλη μας, έχοντας μαζί του τον αιχμαλωτισμένο Τζαφερ Ταγιαρ.
Στο φύλλο μάλιστα της 17 Ιουλίου 1920 (π.ημ.) της εφημερίδας Μακεδονία δημοσιεύθηκε ότι τοποθετήθηκε βόμβα σε μια φιάλη γεμάτη δυναμίτη ενός κιλού κάπου μεταξύ Τυχερού και Δεδεαγατς προκειμένου να εκραγεί όταν θα διερχόταν η αμαξοστοιχία με τον Βασιλέα και τον αιχμάλωτό του. Ευτυχώς όμως έγινε έγκαιρα αντιληπτή από ένα φύλακα και αποσοβήθηκε ο κίνδυνος.
Από το ημερολόγιο καταστρώματος όμως του Αβέρωφ προκύπτει ότι ο Αλέξανδρος επιβιβάστηκε στην Μήδεια του Ευξείνου Πόντου, (σημερινό Kiyikoy) στο θρυλικό καταδρομικό που διέπλευσε τα Στενά για άλλη μια φορά και τον μετέφερε στο Νέο Φάληρο.
Μετά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών (28 Ιουλίου / 10 Αυγούστου 1920) και ενώ όμως επρόκειτο ο Ελευθέριος Βενιζέλος να γυρίσει στην Ελλάδα, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών στο Παρίσι, από δύο απότακτους Έλληνες αξιωματικούς, κατά την οποία τραυματίστηκε από πυρά περιστρόφου.
Η μοίρα όμως του Αλεξανδρου ήταν τραγική όπως η μοίρα της Ελλάδος, το επόμενο διάστημα. Στις 17 Σεπτεμβρίου / 1 Οκτωβρίου 1920 καθώς ο Αλέξανδρος έκανε περίπατο στο βασιλικό κτήμα, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες ο σκύλος του ο Φριτς, ένας Γερμανικός ποιμενικός (λυκόσκυλο), που αιχμαλωτίστηκε από τους Άγγλους και των δώρισαν στο Βασιλιά, ενεπλάκη σε καυγά με έναν από τους δύο πιθήκους μακάκους-κατοικίδια του Γερμανού γεωπόνου Στουρμ του βασιλικού κτήματος. Ενώ ο Αλέξανδρος προσπαθούσε να διαχωρίσει τα δύο ζώα, ο δεύτερος μακάκος τού επιτέθηκε και τον δάγκωσε στο πόδι και τον κορμό.
Αμέσως μετά ο Αλέξανδρος τηλεφώνησε στον έμπιστό του υπολοχαγό Στέφανο Μεταξά, από τον οποίο ζήτησε να φέρει γιατρό με επιδεσμικό υλικό. Ο Κωνσταντίνος Μέρμηγκας, διακεκριμένος καθηγητής της χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών με σπουδές στη Γερμανία, έφτασε στο Τατόι και εξέτασε τα τραύματα του Βασιλιά παρουσία και της Ασπασίας Μάνου, η οποία έχει ειδοποιηθεί από το σπίτι τού Χρήστου Ζαλοκώστα και είχε καταφθάσει ανήσυχη. Ο Μέρμηγκας έπλυνε τα τραύματα με οινόπνευμα και βενζίνη, που εθεωρείτο άριστο αντισηπτικό και συμμάζεψε τις πολτοποιημένες μυικές μάζες με γάζες εμποτισμένες σε ιώδιο, αλλά δεν θεώρησε τον καυτηριασμό αναγκαίο, πιστεύοντας ότι πρόκειται για ένα συνηθισμένο τραύμα. Ο ίδιος ο Βασιλιάς ζήτησε το παράξενο αυτό περιστατικό να μη δημοσιευτεί. Οι πληγές ωστόσο είχαν μολυνθεί και το ίδιο βράδυ ο Βασιλιάς ανέβασε πυρετό. Λίγες ημέρες αργότερα εμφανίστηκαν φλεγμονές και οι πληγές, αντί να κλείσουν, είχαν επεκταθεί. Κλήθηκαν επτά από τους σπουδαιότερους Έλληνες καθηγητές ιατρικής της εποχής, οι Σάββας, Φωκάς, Αναγνωστόπουλος, Λιβιεράτος, Σακόρραφος, Μπένσης και Γερουλάνος για να δώσουν λύση. Ο Σάββας εντόπισε με μικροσκόπιο στο πύον, που αναβλύζει από τις πληγές, το βακτήριο του στρεπτόκοκκου. Ο Φωκάς πρότεινε ο Βασιλιάς να ακρωτηριαστεί, αλλά η πρότασή του απορρίφθηκε από την Ασπασία Μάνου, ενώ και οι ίδιοι οι ιατροί ήταν διστακτικοί προς μια τέτοια λύση.
Μετά από λίγες ημέρες και με εντολή του Βενιζέλου, ο οποίος έχει ενημερωθεί και αγωνιούσε για την υγεία του Βασιλιά, κλήθηκαν στην Ελλάδα δύο διαπρεπέστατοι Γάλλοι ιατροί (Φερδινάνδος Βιντάλ και Πιέρ Ντελμπέ), οι οποίοι όμως εξήγησαν, ότι ο ακρωτηριασμός πλέον ήταν άσκοπος, αφού η μόλυνση είχε επεκταθεί και ότι ο Βασιλιάς ήταν καταδικασμένος σε θάνατο.
Το ενδιαφέρον του κόσμου τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις άρτι απελευθερωθείσες περιοχές αλλά και το εξωτερικό ήταν συγκινητικό. Η Ιαπωνική Κυβέρνηση παρακάλεσε τον αντιπρόσωπο της Ελλάδος στο Τόκυο να την κρατά ενήμερη για την κατάσταση της υγείας του Βασιλιά, ενώ Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Μακράς Γέφυρας τέλεσαν στο τζαμί Μουράτ Β πάνδημη δέηση υπέρ της αναρρώσεως του Αλεξανδρου.
Στις 12 Οκτωβρίου / 25 Οκτωβρίου 1920 και αφού είχαν μεσολαβήσει επτά τοπικές επεμβάσεις, ο 27χρονος Βασιλιάς υπέκυψε στα τραύματα του. Η διατύπωση του τελευταίου ιατρικού δελτίου ήταν η εξής:
«Μετά βραχείαν αγωνία, καθ΄ ην η Αυτού Μεγαλειότης κατελήφθη υπό σπασμωδικών κινήσεων του προσώπου, εξέπνευσε περί 4ην και 12 λεπτά μετά μεσημβρίαν.»
Δύο μέρες αργότερα, το σώμα του Αλεξάνδρου μεταφέρθηκε στον Καθεδρικό Ναό της Αθήνας, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα μέχρι την κηδεία του στις 29 Οκτωβρίου 1920 (ν.ημ). Για άλλη μια φορά, η βασιλική οικογένεια δεν κατόρθωσε να λάβει την άδεια να επιστρέψει στην Ελλάδα, και η Βασίλισσα Όλγα ήταν το μόνο μέλος που παρακολούθησε. Ενταφιάστηκε στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι.
ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ
Η ανάληψη του Θρόνου από τον Αλέξανδρο ήταν συνταγματικό πραξικόπημα ουσιαστικά, διότι δεν ακολουθήθηκαν οι περί διαδοχής διατάξεις του συντάγματος. Για το λόγο αυτό ο Κωνσταντίνος δεν αποδέχθηκε ποτέ τον Αλέξανδρο ως βασιλέα, και στον τάφο του στο Τατόι αναγράφεται ως "Αλέξανδρος, βασιλόπαις της Ελλάδος, βασίλεψε αντί του πατρός αυτού". Επίσης η μητέρα του Σοφία στην αλληλογραφία μαζί του τον προσφωνούσε Πρίγκηπα Αλέξανδρο. Αρχικά ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε εκφράσει την προτίμηση του προς τον νεότερο γιο του Κωνσταντίνου, τον ανήλικο τότε Παύλο και τον ορισμό Αντιβασιλέα.
«ΣΚΡΙΠ 13-10-1920.»
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, η Ελλάδα πήρε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Με το τέλος του και ύστερα από την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ (Neuilly sur Seine) (14/27.11.1919), αφαιρέθηκε από τη Βουλγαρία η Δυτική Θράκη, ενώ με τη διάσκεψη του Σαν Ρεμο (Sanremo) της Ιταλίας (19 έως 26 Απριλίου 1920)αποφασίστηκε η κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό. Ακολούθησε η υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών (Traité de Sèvres) (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920), με την οποία προσαρτήθηκε η Ανατολική Θράκη, με εξαίρεση την Κωνσταντινούπολη, και η περιοχή της Σμύρνης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Οι εκλογές από 25 Οκτωβρίου / 1 Νοεμβρίου 1920 μετατέθηκαν για τις 1 Νοεμβρίου / 14 Νοεμβρίου 1920. Οι μοναρχικοί κέρδισαν και ο Δημήτριος Ράλλης έγινε πρωθυπουργός. Ο Βενιζέλος (ο οποίος έχασε τη δική του κοινοβουλευτική έδρα) επέλεξε να εγκαταλείψει την Ελλάδα σε αυτοεξορία. Ο Ράλλης ζήτησε από τη βασίλισσα Όλγα να γίνει αντιβασιλέας μέχρι την επιστροφή του Κωνσταντίνου.
Ο θάνατος του Αλεξάνδρου στη μέση μιας προεκλογικής εκστρατείας συνέβαλε στην αποσταθεροποίηση του καθεστώτος Βενιζέλου και στην απώλεια της συμμαχικής υποστήριξης. Ο Winston Churchill έγραψε:
«δεν είναι ίσως υπερβολή να παρατηρήσουμε ότι 250.000 άνθρωποι πέθαναν από το δάγκωμα αυτής της μαϊμού».
Ο Αλέξανδρος και η Ασπασία απέκτησαν μία κόρη, την πριγκίπισσα Αλεξάνδρα, την οποία ο Αλέξανδρος δεν πρόλαβε να γνωρίσει, καθώς γεννήθηκε περίπου πέντε μήνες μετά τον θάνατό του, στις 25 Μαρτίου 1921. Αρχικά, η κυβέρνηση ακολούθησε τη γραμμή ότι αφού ο Αλέξανδρος παντρεύτηκε την Ασπασία, που δεν ήταν από βασιλική οικογένεια χωρίς μάλιστα την άδεια του πατέρα του ή της εκκλησίας, ο γάμος του ήταν παράνομος (μοργανατικός γάμος) και η κόρη του ήταν τέκνο από παράνομο γάμο. Ωστόσο, τον Ιούλιο του 1922, το Κοινοβούλιο ψήφισε ένα νόμο που επέτρεπε στον βασιλιά να αναγνωρίσει βασιλικούς γάμους αναδρομικά σε μη δυναστική βάση. Τον Σεπτέμβριο του 1922, ο Κωνσταντίνος -στην επιμονή της Σοφίας- αναγνώρισε το γάμο του γιου του με την Ασπασία και έδωσε στην εγγονή του τον τίτλο "Πριγκίπισσα Αλεξάνδρα" Η πριγκίπισσα Αλεξάνδρα -η οποία πέθανε στις αρχές του 1993- παντρεύτηκε τον Βασιλιά Πέτρο Β΄ της Γιουγκοσλαβίας το 1944 στο Λονδίνο και απέκτησε έναν γιο, τον πρίγκιπα Διάδοχο της Γιουγκοσλαβίας Αλέξανδρο Β΄ Καραγεώργεβιτς.
Η Ασπασία με την επιβολή της Δικτατορίας το 1967, έφυγε μαζί με τη κόρη της και έζησε στην Ιταλία και την Αγγλία. Πέθανε στην Βενετία της Ιταλίας στις 7 Αυγούστου 1972 και τα οστά της, μαζί με αυτά της κόρης της Αλεξάνδρας, μεταφέρθηκαν και ενταφιάστηκαν στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι, το 1993, από τον εγγονό της, Πρίγκιπα Διάδοχο της Σερβίας, Αλέξανδρο Β΄.
Και πότε ονομάστηκε η πόλη μας Αλεξανδρούπολη; Υπάρχουν βέβαια προφορικές μαρτυρίες ότι ο τότε Δήμαρχος Εμμανουήλ Αλτιναλμάζης, όπως προαναφέραμε, ή ότι ο τότε Μητροπολίτης ήταν οι ανάδοχοι του νέου ονόματος.
Πάντως με την 103298/29-8-1921 απόφαση περί μετονομασίας συνοικισμών των Νομών Αδριανουπόλεως, Σαράντα Εκκλησιών Ραιδεστού, Καλλιπόλεως, Έβρου και Ροδόπης του Υπουργού Πολιτικού Διοικητού Θράκης Χ. Βοζίκη που δημοσιεύθηκε στο παράρτημα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως τεύχος Β που εκδόθηκε στην Αδριανούπολη στις 18-9-1921 μεταβλήθηκε η ονομασία της πόλεως μας από Δεδεαγατς σε Αλεξανδρούπολη, αν και η παλαιά ονομασία χρησιμοποιούνταν παράλληλα για πολλές δεκαετίες μετέπειτα.
«Η παραλιακή Λεωφόρος – χάρτης ΣΠΑΝΟΥ 1927.»
Προς τιμή του Βασιλιά Αλέξανδρου όμως μετονομάστηκε και η παραλιακή λεωφόρος της πόλης μας από οδός Φάρου σε Λεωφόρο Βασιλέως Αλεξάνδρου. Δυστυχώς όμως σήμερα πολλοί ακόμα και δημόσιοι φορείς (Ταχυδρομείο, Δικηγορικός Σύλλογος) που εδρεύουν στην παραλία αναφέρουν την παραλιακή οδό ως Λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου, που είναι εσφαλμένο. Θα πρέπει ο Δήμος να μεριμνήσει για την ορθή καταχώρηση του ονόματος στη μνήμη του Βασιλιά και γιατί όχι να ανεγερθεί και ένας αδριάντας στην παραλία να ατενίζει το Θρακικό πέλαγο, όπως το ατένισε και ο Αλέξανδρος όταν ήρθε εκείνο το μεσημέρι της 8ης Ιουλίου 1920.
Πέτρος Γ. Αλεπάκος
Δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Επιχειρήσεις εις Θράκην(1919-1923) Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, 1969
2. Αναμνήσεις εκ Θράκης : 1920-1922 Κώστα Γεραγα, 1925
3. Carter, Miranda (2009). The Three Emperors. London: Penguin Books.
4. Churchill, Winston S. (1929). The World Crisis Volume 5: The Aftermath (1918–1928). London: Butterworth.
5. Diesbach, Ghislain de (1967). Secrets of the Gotha. translated from the French by Margaret Crosland. London: Chapman & Hall.
6. Driault, Édouard; Lhéritier, Michel (1926). Histoire diplomatique de la Grèce de 1821 à nos jours [Diplomatic History of Greece from 1821 to today] (in French). V. Paris: PUF.
7. Fry, Michael Graham; Goldstein, Erik; Langhorne, Richard (2002). Guide to International Relations and Diplomacy. London and New York: Continuum.
8. Goldstein, Erik (1992). War and Peace Treaties 1816–1991. London: Routledge.
9. Llewellyn-Smith, Michael (1998) [1973]. Ionian Vision: Greece in Asia Minor 1919–1922. London: Hurst & Co.
10. Maclagan, Michael; Louda, Jiří (1999). Lines of Succession: Heraldry of the Royal Families of Europe. London: Little, Brown & Co.
11. Montgomery-Massingberd, Hugh (ed.) (1977). Burke's Royal Families of the World, 1st edition. London: Burke's Peerage.
12. Pentzopoulos, Dimitri (2002) [1962]. The Balkan Exchange of Minorities and its Impact on Greece. London: Hurst & Co.
13. Sáinz de Medrano, Ricardo Mateos (2004). La Familia de la Reina Sofía, La Dinastía griega, la Casa de Hannover y los reales primos de Europe [The Family of Queen Sophia, the Greek Dynasty, the House of Hanover and the Royal Cousins of Europe] (in Spanish). Madrid: La Esfera de los Libros.
14. Van der Kiste, John (1994). Kings of the Hellenes: The Greek Kings, 1863–1974. Dover, New Hampshire and Stroud, Gloucestershire: Sutton Publishing
15. http://www.royalchronicles.gr
Φωτοαρχείο: Γεωργίου Π. Αλεπάκου

Δεν υπάρχουν σχόλια: