Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2020

Η Δικαιοσύνη στη Θράκη μετά την ενσωμάτωση. Διαχρονικό το έλλειμα Δικαστικού Μεγάρου στην Αλεξανδρούπολη

(Φύλλο 16660 Ιούνιος 2020 της εφημερίδας ‘ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΡΑΚΗ’)

Μια από τις βασικότερες συνισταμένες μιας πολιτείας που θέλει να αποκαλείται ευνομούμενη, είναι η οργάνωση της Δικαιοσύνης. Για τον λόγο αυτό η Ελληνική Διοίκηση αμέσως μετά την κατάληψη της Θράκης από τον Ελληνικό στρατό μερίμνησε για την αποκατάσταση της Δικαιοσύνης. Αρχικά διατηρήθηκε τo σύστημα των δικαστηρίων πού λειτουργούσε τον καιρό του Διασυμμαχικού Καθεστώτος δηλ. το Κεντρικό Δικαστήριο Κομοτηνής και έξι Ειρηνοδικεία και Συμβολαιογραφεία στις Yποδιοικήσεις. Το Κεντρικό Δικαστήριο σχεδόν αδρανούσε επειδή παραπέμπονταν όλες οι ποινικές υποθέσεις στο Στρατοδικείο, οι αποφάσεις του οποίου διαπνεόταν από πνεύμα δικαιοσύνης, ισότητας και επιείκειας για όλους ανεξαρτήτως εθνικότητος.

Με το Ν.2229/1920 «Περί δικαστηρίων και δικαστικών λειτουργών εν ταις προσαρτώμεναις χώραις», προβλέφθηκε η λειτουργία των δικαστηρίων και των δικηγορικών συλλόγων στη Θράκη, η ίδρυση των οποίων θα γινόταν με ειδικότερο Βασιλικό Διάταγμα κατά τα τότε ισχύοντα στην υπόλοιπη Ελλάδα.

«Οθωμανικές φυλακές Δεδέαγατς.»

Με απόφαση του Γενικού Διοικητή Θράκης καθορίστηκαν προσωρινά τα Δικαστήρια και οι Δικαστικές αρχές στη Θράκη. Οργανώθηκε μάλιστα Διεύθυνση Δικαιοσύνης, με πρώτο Διευθυντή (Ιούλιος 1920-30 Νοεμβρίου 1920), τον Άντ. Ρωμανό, Εισαγγελέα Εφετών. Για φυλακές, χρησιμοποιήθηκαν τα κτίρια, πού υπήρχαν και στην Τουρκοκρατία, πολλά από τα οποία ήταν τελείως ακατάλληλα. Με απόφαση του Πολιτικού Διοικητού εγκρίθηκε για κάθε άπορο φυλακισμένο δαπάνη μιας δραχμής για τροφή, επίσης δε ανάλογη δαπάνη για θέρμανση, φωτισμό κλπ. Στις φυλακές Έβρου, με προσωπική εργασία του τμηματάρχου Άλ. Έπιφανίου, λειτουργούσε συσσίτιο.

Κατά το άρθρο 3 του Ν. 2492/1920 «περί προσαρτήσεως της Θράκης κλπ.», η Διοίκηση της Θράκης ρυθμίστηκε προσωρινά κατά τις διατάξεις του Νόμου ΔΡΛΔ' τής 28ης Φεβρουαρίου 1913, «περί Διοικήσεως των στρατιωτικώς κατεχομένων Χωρών» και των τροποποιούντων ή συμπληρούντων αυτόν σχετικών νόμων.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου ΔΡΛΔ', η Νομοθεσία της καταληφθείσης περιοχής (αστική και εμπορική) διατηρήθηκε κατά κανόνα, εκτός από τις διατάξεις πού ήταν αντίθετες στους Ελληνικούς Νόμους Δημοσίας Τάξεως. Εφαρμόζονταν όμως αποκλειστικά «οι Ελληνικοί ποινικοί και αστυνομικοί νόμοι». Για τα προγενέστερα αδικήματα, τα δικαζόμενα μετά την Απελευθέρωση, εφαρμόζονταν ό κανόνας «της επιεικεστέρας ποινικής διατάξεως».

Την ίδρυση των Δικαστηρίων στη Θράκη ακολούθησε η συγκρότηση των Δικηγορικών Συλλόγων στην έδρα κάθε Πρωτοδικείου. Την ίδρυση Πρωτοδικείου και Ειρηνοδικείων ακολούθησε και η ίδρυση του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου Έβρου. O δικηγορικός σύλλογος του άρτι απελευθερωθέντος «Δεδε Αγατς» το 1920, αριθμούσε μόλις εξ (6) δικηγόρους! Αυτοί όπως προκύπτει από τον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΔΗΓΟ της εποχής ήταν οι: Βασιλειάδης Αλ., Κόντος Αριστ., Λεφάκης Ζ., Λιανουδάκης, Μανάτος Σαραβελλάκης και Μητσόπουλος Βασίλειος.

Στο αρχείο του Χ. Βαμβακά, Γενικού Διοικητού Ανατολικής Θράκης, διασώζεται μία έκθεση για τη δικαιοσύνη: Τα πεπραγμένα της Δικαιοσύνης (Μάιος 1920-Δεκεμβριος 1921) που υπογράφονται από τον Κ.Π.Γαλανόπουλο, εισαγγελέα Εφετών, διευθυντή Δικαιοσύνης και νομικό σύμβουλο της Διοίκησης Θράκης. Σύμφωνα με αυτήν:

«Ή Διεύθυνση Δικαιοσύνης άρχισε να λειτουργεί τον Ιούλιο του 1920. Αντιμετώπισε πολλές δυσχέρειες: η Ανατολική Θράκη κατεχομένη από τούς Τούρκους, κατελήφθη κατά τούς πολέμους 1912-13 από τούς Βουλγάρους, μετά επανήλθαν οι Τούρκοι, διοικήθηκε για λίγο από τον Ταγιάρ καί τέλος απελευθερώθηκε τον Ιούλιο του 1920 από τον Ελληνικό Στρατό. Η Δυτική Θράκη κατεχόμενη από τούς Τούρκους, κατελήφθη κατά το 1912-13 από τούς Βουλγάρους, ύστερα ελευθερώθηκε για λίγο από τούς Έλληνες, ξαναγύρισαν οι Τούρκοι και ύστερα οι Βούλγαροι, διατέλεσε υπό την Διασυμμαχική Στρατιωτική κατοχή και τέλος απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό. Γι΄ αυτό δεν ήταν εύκολο να καθορισθεί η ισχύουσα νομοθεσία. Συστήθηκαν: Εφετείο στην Αδριανούπολη, Πρωτοδικεία στις σπουδαιότερες πόλεις της Θράκης, Ειρηνοδικεία και Πταισματοδικεία. Χρησιμοποιήθηκαν οι φυλακές πού λειτουργούσαν και κατά την τουρκική κατοχή, αν και ήταν σε άθλια κατάσταση. Καθορίσθηκε από τον Πολιτικό Διοικητή κάθε άπορος φυλακισμένος να πληρώνει μία δραχμή την ήμερα για ψωμί, προσφάγι, θέρμανση κ.λπ. Στις φυλακές της Αδριανούπολης και του Έβρου, χάρη στην προσωπική εργασία του τμηματάρχου των φυλακών, λειτουργούσε συσσίτιο για τη διατροφή των κρατουμένων. Εφαρμόζονταν οι Ελληνικοί Ποινικοί και Αστυνομικοί Νόμοι. Γίνονταν συχνές επιθεωρήσεις στα δικαστήρια και δικαστικά γραφεία.»

Τελειώνοντας την έκθεσή του ο Γαλανόπουλος γράφει ότι σε ενάμιση χρόνο πού λειτουργούσε η Ελληνική Δικαιοσύνη στη Θράκη συντελέσθηκαν πολλά, χάρη στον ενθουσιασμό με τον οποίο εργάζονταν δικαστές και υπάλληλοι:

«... τόσα διά την λειτουργίαν και απονομήν της Δικαιοσύνης εν Θράκη, όσα ίσως δεν θα ήτο ευχερές να κατορθωθώσιν, αν μη άπαντες οι έντεταλμένοι τα της Διοικήσεως, Διευθύνσεως και οργανώσεως της Δικαιοσύνης εν Θράκη, καθώς και οι απονέμοντες ταύτην, και οι βοηθούντες αυτοίς, αν μη κατείχοντο υπό εκτάκτου ενθουσιασμού και αν μη εκ τούτων οιστρηλατούμενοι και εμπνεόμενοι, δεν κατέβαλλον εξαιρετικούς μόχθους και μέριμνας δια την λειτουργίαν της Δικαιοσύνης και δεν εβοηθούντο εν τω συντελεσθέντι υπ αυτών έργω, υπό της θείας δυνάμεως ήτις τοσούτον ολόκληρον το Ελληνικόν Εθνος ηυνόησεν ...».

«Οθωμανικό Δικαστικό Μέγαρο Δεδέαγατς.»

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα όσα γράφει ο γνωστός δημοσιογράφος Δημ. Σβολόπουλος για τη Θράκη από απόψεως Δικαιοσύνης το 1922 στο βιβλίο του «Η ΘΡΑΚΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΔΙΟΙΚΗΣΙΝ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ 1922». Διαβάζουμε λοιπόν ότι:

«… κατά την εφαρμοζομένην νομοθεσίαν, τα υφιστάμενα Εκκλησιαστικά ή ιερά Δικαστήρια εκάστης Θρησκευτικής Κοινότητος, καθώς και αι εκ των διεθνών συμβάσεων παραγόμεναι υποχρεώσεις, διατηρούνται κατά το στάδιον της στρατιωτικής κατοχής. Διετηρήθη και εφαρμόζεται σήμερον εν Θράκη υπό των Ελληνικών Δικαστηρίων ο νόμος της «Ρεζί» προς προστασίαν των συμφερόντων της Εταιρείας του Μονοπωλίου των Καπνών. Σήμερον εν Θράκη λειτουργούν κανονικώς τα εξής Δικαστήρια:Εν Εφετείον εν Αδριανουπόλει. Εξ Πρωτοδικεία εν Αδριανουπόλει, Σαράντα Εκκλησίαις, Ραιδεστώ, Καλλιπόλει, Αλεξανδρουπόλει (Δεδέ-Αγάτς) και Κομοτηνή (Γιουμουλτσίνη). Είκοσι και εξ Ειρηνοδικεία εν απάσαις ταις έδραις των νομών και των Υποδιοικήσεων.Έκαστον Πρωτοδικείον είναι και Πλημμελειοδικείον. Έκαστον Ειρηνοδικείον είναι και Πταισματοδικείον, συνάμα δε και Συμβολαιογραφείον. Έχουσι δε συστηθή και τέσσαρα ειδικά Συμβολαιογραφεία και εν ειδικόν Πταισματοδικείον. Εν εκάστη έδρα Πρωτοδικείου λειτουργούσι φυλακαί ωργανομέναι κατά τον εντελέστερον τρόπον, μετά προχείρων ιατρείων και Φαρμακείων και προχείρων διαμερισμάτων χρησιμευόντων δια την εκτέλεσιν των Θρησκευτικών καθηκόντων, κεχωρισμένως των Χριστιανών και των Οθωμανών.

Η γνωστή τοις πάσιν Ελληνική Δικαιοσύνη λειτουργεί απροσκόπτως, εμπνέουσα την εμπιστοσύνην εις πάντας τους πολίτας ανεξαιρέτως, αποβλέπουσα μόνον εις το δίκαιον, ακούουσα μόνον την φωνήν της συνειδήσεως, μη εξοντώνουσα τους υπ’αυτής δικαζομένους, αλλά προσπαθούσα να βελτιώνη αυτούς, παρακολουθούσα τούτους και εν ταις φυλακαίς, δια της εφαρμογής του νόμου περί αναστολής της ποινής ή και του υπολοίπου αυτής, δια τους βελτιουμένους καταδίκους, και δια της μετατροπής μικρών τινών ποινών φυλακίσεως ή κρατήσεως εις χρηματικάς. Κατά τας εορτάς των Χριστουγέννων απελύθησαν υπό της Ελληνικής Διοικήσεως κατάδικοι τινές, κρατούμενοι εν ταις φυλακαίς δια την πληρωμήν των ποινικών εξόδων, τα οποία κατέβαλεν η Ελληνική Διοίκησις Θράκης. Δια την απονομήν της Δικαιοσύνης η Ελληνική Διοίκησις Θράκης έχει ορίσει 5 Εφέτας, 10 Εισαγγελείς, 35 Πρωτοδίκας, 30 Ειρηνοδίκας και 300 άλλους υπαλλήλους, βοηθούς, κλητήρας κλπ.Δια την συντήρησιν των άνω υπαλλήλων, των Δικαστικών Καταστημάτων, των Φυλακών και την συντήρησιν των φυλακισμένων το Ελληνικόν Κράτος δαπανά ετησίως τέσσαρα εκατομμύρια δραχμών ...»

Ακολούθως μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης στις 11 Ιουλίου 1923 (νέο ημερ.) εκδόθηκε το Ν.Δ. της 13ης Αυγούστου 1923 «Περί συστάσεως τακτικών δικαστηρίων εν Θράκη». Με το διάταγμα αυτό ιδρύθηκε μεταξύ άλλων το Πρωτοδικείο Έβρου με έδρα την πόλη μας καθώς και το Ειρηνοδικείο Αλεξανδρουπόλεως. Στη δικαιοδοσία του Πρωτοδικείου Έβρου υπήχθησαν τα Ειρηνοδικεία Αλεξανδρούπολης, Σουφλίου, Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος. Αργότερα ιδρύθηκε και το Ειρηνοδικείο Σαμοθράκης.

«ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΕΒΡΟΥ-ΔΙΚΑΣΤΕΣ-ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ.»

Στην πόλη μας το κτίριο που στέγασε το δικαστικό μέγαρο, μετά την απελευθέρωση ήταν το παλαιό Οθωμανικό Πρωτοδικείο, απέναντι από την Ακαδημία, στη θέση του σημερινού Ειρηνοδικείου, στη πάλαι ποτέ πλατεία του Διοικητηρίου και νυν πάρκο εθνικής ανεξαρτησίας Το κτίριο όμως απ’ ότι φαίνεται δεν συντηρήθηκε ποτέ γι’αυτό στα τέλη της δεκαετίας του 1920 διαβάζουμε στην εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα» (22 Ιανουαρίου 1928) ανταπόκριση του Μιχ. Ροδά:

«Το δικαστικόν σώμα του πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως αποτελείται από τον πρόεδρον κ.Φιλιππίδην, τους δικαστάς κ.κ. Τσακωνόπουλον, Γαλάνην, Κασσίμην και τον εισαγγελέα κ.Καραμάνον. Η θέσις των όταν συνεδριάζουν είνε τραγική, κάτω από τη στέγη ενός ετοιμορρόπου οικήματος το οποίον χρησιμοποιείται και ως ειρηνοδικείον. Με μεγάλη δυσκολία κατορθώνουν να τοποθετήσουν τα καθίσματα των στη μικρή εξέδρα! Μερικοί δικηγόροι υπερασπισταί μαζεύονται σαν κατάδικοι σε μια ακρούλα και άλλοι περιμένουν όρθιοι για να πάρουν την σειράν των. Εξευτελισμός του χειροτέρου είδους. Για τους κατηγορουμένους υπάρχουν μόνον δυο θέσεις και για το ακροατήριο... μηδέν. Αυτή είνε η... αίθουσα του πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως και γι’αυτό η κλήρωσις των ενόρκων γίνεται κατά τύπους χωρίς όμως και να ορίζωνται δίκαι ελλείψει χώρου! Κατ’ανάγκην λοιπόν το πρωτοδικείον δικάζει μόνον τα πλημμελήματα. Παρηκολούθησα μιαν συνεδρίασιν του δικαστηρίου και ομολογώ ότι επένθισε η ψυχή μου με το θέαμα της κρατικής αστοργίας. Εις απόστασιν ολίγων βημάτων από του ετοιμορρόπου δικαστικού... μεγάρου υπάρχει εγκαταλελειμμένον το πρώην τουρκικόν διοικητήριον, χωρίς πόρτες και παράθυρα, με δώδεκα ευρύχωρα δωμάτια, με τα καταστρεπτικά σημάδια των στρατιωτών, οι οποίοι κατά καιρούς επέρασαν από την Αλεξανδρούπολιν κι’εστεγάσθησαν προσωρινώς. Και για να δικαιολογήται η κατοχή εκ μέρους του δημοσίου έχει εγκαταστήση μερικούς χωροφύλακας της φρουράς των φυλακών.

Οι κατά καιρούς νομάρχαι και πρόεδροι πρωτοδικών υπέβαλον εκθέσεις, υπέδειξαν την επιτακτικήν ανάγκην της προστασίας και της χρησιμοποιήσεως συνάμα του παλαιού διοικητηρίου. Και όπως διεπίστωσα από την έρευναν μου εις τα γραφεία του νομομηχανικού υπεβλήθη και ο προϋπολογισμός της δαπάνης των επισκευών την 3ην Απριλίου 1927! Ο συντάξας την μελέτην νομομηχανικός κ. Γκιώνης αποφαίνεται ότι με δαπάνην μόνον 280.000 δραχμών το διοικητήριον δύναται να επισκευασθή τελείως και να στεγάση όλες τις υπηρεσίες του δημοσίου και έτσι ν’αποφεύγουν και τα ενοίκια.»

«Οικογενειακή φωτογραφία μπροστά από το Πρωτοδικείο Έβρου το 1938.»

Σήμερα μπορεί το παλαιό τουρκικό διοικητήριο που κτίσθηκε τη δεκαετία του 1890 να έγινε τελικά δικαστικό μέγαρο, είναι πλέον όμως ακατάλληλο, παρά την προσθήκη ενός ορόφου που έγινε το 1955 και τις όποιες ανακαινίσεις του, να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις της Δικαιοσύνης στην πόλη μας, ως πρώτης πόλης της Ευρώπης για όσους έρχονται από την Τουρκία και κόμβου μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Αν μάλιστα παρακολουθήσει κανείς μια δίκη σε κάποιο στενό γραφείο του πάνω ορόφου θα διαπιστώσει τις ανείπωτες συνθήκες μέσα στις οποίες εξαναγκάζονται να συνωστίζονται για να εργαστούν όλοι οι παράγοντες της απονομής δικαιοσύνης (δικαστές, δικηγόροι, υπάλληλοι, εντολείς και μάρτυρες). Το Ειρηνοδικείο στεγάζεται σε ένα επίσης ακατάλληλο παλαιό κτίριο των φυλακών Έβρου που κτίσθηκε τη δεκαετία του 1970 στη θέση του Οθωμανικού Πρωτοδικείου, που μεταπολεμικά κάηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς.

«Το Πρωτοδικείο Προπολεμικά.»

Δυστυχώς είναι αναντίρρητη αλήθεια ότι και σε αρκετές πόλεις της χώρας μας τα Δικαστικά Μέγαρα δεν επαρκούν. Είναι όμως για τη νέα δημοτική αρχή και ιδίως τον νέο μας Δήμαρχο που είναι γνώστης του προβλήματος, αφού διετέλεσε δυο φορές Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου της πόλης μας ένα μεγάλο στοίχημα αν θα το επιλύσει, παρ’όλες τις προκλήσεις και τις μεγάλες ανατροπές της εποχής μας.

Πέτρος Γ. Αλεπάκος
Δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Δημ. Σβολόπουλος: «Η ΘΡΑΚΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΔΙΟΙΚΗΣΙΝ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ 1922».
2. Γ.Ν. ΜΙΧΑΗΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ GEO 1920.-
3. Εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα», φύλλο της 22 Ιανουαρίου 1928.
4. Κ. Φ. Γεραγάς, Αναπληρωτής Γ. Διοικητής Θράκης, Αναμνήσεις έκ Θράκης 1920-1922, "Αθήναι 1925, σ. 129.-
5. Κ. Π. Γαλανόπουλος Γενική έκθεσις περί των πεπραγμένων υπό της Διοικήσεως της Δικαιοσύνης.-Αδριανούπολις 1922. -
6. Η Απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης(από το αρχείο Χ.Βαμβακά)Επιμέλεια Καλλιόπης Παπαθανάση-Μουσιοπούλου.-
7. Θράκη Μορφές & Γεγονότα 1902-1920.- Καλλιόπης Παπαθανάση-Μουσιοπούλου.-
8. Φωτοαρχειο : Γ. Αλεπάκου και  İstanbul Üniversitesi-Τμήμα Βιβλιοθήκης και Τεκμηρίωσης. 

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2020

Η Ισπανική γρίπη στην Αλεξανδρούπολη πριν από 102 χρόνια

(Φύλλο 16631 Μάρτιος 2020 της εφημερίδας ‘ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΡΑΚΗ’)

Ο 20ος αιώνας σημαδεύτηκε από μεγάλες πανδημίες γρίπης, το 1918, το 1957 και το 1968. Η Ισπανική γρίπη, το 1918, αποτελεί ένα από τα πιο δραματικά γεγονότα στην ιστορίας της ιατρικής. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες επιδημίες που έχουν πλήξει τον πλανήτη και κόστισε την ζωή σε πάνω από 50 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Ο ατυχής χαρακτηρισμός της γρίπης ως «Ισπανική» δεν συνδέεται με τον τόπο προέλευσης της, αλλά με το γεγονός ότι οι Ισπανικές αρχές ήταν αυτές, που πρώτες ανακοίνωσαν επισήμως το πρόβλημα που υπήρχε.

«Η γρίπη πριν 100 χρόνια.»

H επιδημία εξαπλώθηκε με πολύ γρήγορους ρυθμούς πλήττοντας διαδοχικά όλες τις ηπείρους του πλανήτη. Η εξάπλωσή της έγινε μέσω της χερσαίας και θαλάσσιας οδού. Η ανησυχητική ένδειξη ότι το 1918 ο ιός προέκυψε από έναν ιό της γρίπης των πτηνών προσαρμοσμένος στον άνθρωπο, υποχρεώνει την επιστημονική κοινότητα να εξετάζει τις υποθέσεις σχετικά με την προέλευση της γρίπης.

Πως όμως εξαπλώθηκε η Ισπανική γρίπη;

Στις 4 Μαρτίου του 1918 στο «Camp Funston», στο Κάνσας, το οποίο ήταν στρατόπεδο εκπαίδευσης στρατού των Η.Π.Α., έκανε την εμφάνισή της η Ισπανική γρίπη. Έως τον Απρίλιο είχε εξαπλωθεί σε Αμερική και Ευρώπη μέσω της πορείας των Αμερικανών στρατιωτών, που διέσχισαν τον Ατλαντικό για τις τελικές επιθέσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ανοιξιάτικο κύμα ήταν σαρωτικό, όχι όμως καταστροφικό, και ως τα τέλη του Ιουνίου είχε υποχωρήσει. Η Ισπανική γρίπη έκανε ξανά την εμφάνισή της ένα μήνα αργότερα. Στις 22 Αυγούστου καταγράφηκε το πρώτο κρούσμα του δεύτερου κύματος στην Ηπειρωτική Ευρώπη, την Βρέστη, Γαλλία, (Brest, France) που ήταν το κυριότερο λιμάνι αποβίβασης των Αμερικανικών στρατευμάτων. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα εμφανίστηκε ταυτοχρόνως στη Βοστόνη (Boston, U.S.A.), και στη Φριτάουν της Σιέρα Λεόνε (Freetown, Sierra Leone). Ο ιός μεταφέρθηκε σε όλη την Ευρώπη (Ισπανία, Πορτογαλία, Σκανδιναβία, Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία) μέσα σε λίγες εβδομάδες.

«Πανδημία γρίπης στην Ευρώπη.»

Η προέλευση της γρίπης δεν έχει εξακριβωθεί. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι τόπος προέλευσής της ήταν η Κίνα. Το γεγονός ότι τον Μάρτιο του 1918 υπήρχαν ήδη κρούσματα στο Ντιτρόιτ (Η.Π.Α.) και στη Νότια Καρολίνα (Η.Π.Α.), αφήνει υπό συζήτηση το ενδεχόμενο, ο τόπος προέλευσης τελικά να ήταν οι Η.Π.Α. Γύρω από τη θεωρία αυτή στηρίχτηκε το φαινόμενο της ταχείας εξάπλωσης της γρίπης. Η γρίπη εξαπλώθηκε με γρήγορους ρυθμούς ακολουθώντας την πορεία των στρατευμάτων από και προς την Ευρώπη. Παρά την εμπόλεμη κατάσταση, το παγκόσμιο εμπόριο δεν είχε παραλύσει. Οι εμπορικές θαλάσσιες αρτηρίες αποτέλεσαν έναν εύκολο τρόπο μεταφοράς της γρίπης σε χώρες, οι οποίες δεν είχαν καμία ανάμειξη στον Ευρωπαϊκό πόλεμο. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η μεταφορά της γρίπης από εμπορικά πλοία στην Κούβα και το Πουέρτο Ρίκο το καλοκαίρι του 1918. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους εμπορικά πλοία από την Ιαπωνία και την Κίνα μετέφεραν τον ιό στην Χαβάη. Η Ισπανική γρίπη άφησε πίσω της αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με την προέλευσή της και τα ασυνήθιστα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά της.

Στην Ελβετία τον Ιούλιο του 1918 τα κρούσματα είχαν ανέλθει στα 53.000 μόνο για τον μήνα Ιούλιο του 1918. Οι Ισπανοί υποστήριξαν ότι η γρίπη προήλθε από τα πεδία μάχης της Γαλλίας και ότι εξαπλώθηκε με τον άνεμο. Η γρίπη δεν έτυχε της δέουσας σημασίας στην Αγγλία μέχρι την κορύφωσή της, τον Ιούνιο του 1918.

Αρχικά εμφανίστηκε στο Πόρτσμουθ, πόλη και λιμάνι στην κομητεία Χάμπσαϊρ της νότιας Αγγλίας, στο Ηνωμένο Βασίλειο, και σταδιακά σε πολλές παραλιακές πόλεις του νότου. Όπως ήταν φυσικό, αρχικά έπληξε το στρατό, ο οποίος πολεμούσε σε πολλά μέτωπα, μεταξύ των οποίων και το Μακεδονικό.

Η «ισπανική γρίπη» εμφανίστηκε στη χώρα μας το καλοκαίρι του 1918. Τον Οκτώβριο εκείνου του έτους στην ελληνική πρωτεύουσα σημειώθηκαν συνολικά 1.930 θάνατοι, εκ των οποίων 704 οφείλονταν στη γρίπη, και τον επόμενο μήνα (Νοέμβριος 1918) κατεγράφησαν 1.515 θάνατοι, εκ των οποίων 771 προκλήθηκαν από τη γρίπη. Σοβαρά προβλήματα αντιμετώπισαν πολλές ελληνικές πόλεις, όπως η Πάτρα και η Αμαλιάδα, ολόκληροι νομοί ή νησιά, όπως η Σκύρος.

Το 1918 βρήκε την Αλεξανδρούπολη (τότε Dedeagatch) υπό βουλγαρική κατοχή, σχεδόν εγκαταλελειμμένη από τους Έλληνες κατοίκους της, που είχαν εκδιωχθεί από τις βουλγαρικές αρχές.

Μετά την υπογραφή της ανακωχής από τη Βουλγαρία στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, ο βρετανικός στρατός μπήκε στη Σόφια. Στη συμμαχική διάσκεψη που έγινε στις 4 Οκτωβρίου 1918, αποφασίστηκε ότι μια διεθνής δύναμη που θα την αποτελούσαν κυρίως ελληνικά και βρετανικά στρατεύματα θα βάδιζε από τη δυτική Θράκη εναντίον της Κωνσταντινούπολης υπό την ανώτατη ηγεσία του D’ ESPEREY, αλλά με άμεσο διοικητή τον Milne.

«Αλεξανδρούπολη-Δεδέαγατς 1920.»

Σε εφαρμογή του ανωτέρω σχεδίου η 22η Βρετανική Μεραρχία που βρισκόταν στην περιοχή των Σερρών μετακινήθηκε στο Σταυρό της Χαλκιδικής όπου και έφθασε στις 20 Οκτωβρίου 1918. Από εκεί επιβιβάσθηκε στις 25 Οκτωβρίου σε 17 Βρετανικά αντιτορπιλικά για να μεταφερθεί στο τότε Δεδεαγατς. Η απόβαση θα καλυπτόταν και από ανιχνευτικά. Έχοντας όμως σαλπάρει, ο καιρός δεν επέτρεπε την απόβαση και έτσι επέστρεψε στο Σταυρό Χαλκιδικής. Στις 27 Οκτωβρίου επιβιβάστηκε ξανά και αποβιβάστηκε με επιτυχία στις 28 Οκτωβρίου 1918 στο Δεδεαγατς. Η Βρετανική μεραρχία αμέσως μετά την αποβίβαση άρχισε να κινείται προς τον ποταμό Έβρο με σκοπό τη δημιουργία προγεφυρώματος στα Ύψαλα, το οποίο και εγκατέστησε ενώ ετοιμαζόταν να διασχίσει τον ποταμό και σε άλλα σημεία.

Οι Τούρκοι όμως από το φόβο της επικείμενης επιθέσεως από τη Θράκη και με το στρατό τους αιχμαλωτισμένο και υποχωρούντα στην Βόρεια Παλαιστίνη και στη Συρία από τις δυνάμεις του στρατηγού Allenby, στις 30 Οκτωβρίου 1918 υπέγραψαν ανακωχή στο Μούδρο της Λήμνου με τον Άγγλο ναύαρχο Κάλθορπ (Calthorpe) ο οποίος ενήργησε εν ονόματι των συμμάχων. Η ανακωχή ανακοινώθηκε στο στράτευμα στις 31 Οκτωβρίου 1918.

Οι Βρετανοί στην πόλη μας, που παρέμενε υπό Βουλγαρική κατοχή, εργάστηκαν για τη επιδιόρθωση των σιδηροδρομικών γραμμών, ενώ εγκατέστησαν σταθμό Α Βοηθειών, για την περίθαλψη ασθενούντων στρατιωτών, που λειτούργησε μέχρι τα τέλη του έτους, ότε και αποχώρησε η 22η μεραρχία αφήνοντας ένα μόνο τάγμα για τη φύλαξη στρατιωτικού ενδιαφέροντος σημείων κυρίως δε για τη φύλαξη της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης- Θεσσαλονίκης.

«Βρετανικό κοιμητήριο Δεδέαγατς.»

Οι Βρετανοί καθ όλην την σύντομη παραμονή τους δεν είχαν απώλειες από πολεμικές επιχειρήσεις, αφού ο πόλεμος τελείωσε, είχαν όμως απώλειες από τη γρίπη που έφεραν μαζί τους. Για το λόγο αυτό κατασκευάστηκε το Βρετανικό Στρατιωτικό Κοιμητήριο (Dedeagatch British Cemetery). Στην πόλη μας από τις 28 Οκτώβριου 1918 μέχρι και τις 27 Δεκεμβρίου 1918 πέθαναν συνολικά 60 βρετανοί στρατιώτες ηλικίας από 20 έως 44 ετών εξαιτίας κυρίως πνευμονίας αλλά και δυσεντέριας καθώς και ελονοσίας.

Χαρακτηριστικά διαβάζουμε πάνω σε ορισμένους τάφους συγκινητικά μηνύματα όπως:

 

J.Aplinton πέθανε 10-11-18 (20 ετών)

«Ας είναι αγαπητός και αείμνηστος από όλους τους συμπατριώτες του. Ας αναπαυθεί η ψυχή του»



Αντισυνταγματάρχης J.Hopgson - Ιατρός του Βρετανικού Στρατού πέθανε 5-11-18 (44 ετών)

«Ευλογημένοι είναι αυτοί που είναι αγνοί στην καρδιά για να δουν τον Θεό»

 


Πολύτιμη όμως υπήρξε στην πόλη μας κατά τη σύντομη αυτή Βρετανική κατοχή, η συνδρομή του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που με επικεφαλής την Πηνελόπη Στεφάνου Δέλτα, τον γαμπρό της Αλέξανδρο Ζάννα, νεαρό αξιωματικό της αεροπορίας και την Ελλη Αδοσίδου, ανέλαβε μαζί με τον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό το δύσκολο έργο της υποδοχής και περιθάλψεως των Ελλήνων ομήρων από τα βουλγαρικά στρατόπεδα, με τη συνδρομή της Βρετανικής επιμελητείας.

Ο Α. Χαλκιόπουλος, ως αντινομάρχης στην Καβάλα στην από 22-11-1918 αναφορά του προς τους κυβερνητικούς αντιπροσώπους στην Δράμα, αναφέρει συγκεκριμένα τα όσα του διηγήθηκε ο υπεύθυνος του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στη Καβάλα λοχαγός Johnson:

«Μόλις λίγες μέρες πριν το τραίνο που έφερε αυτούς τους πρόσφυγες σταμάτησε και άφησε 900 απ’αυτούς 6 χιλιόμετρα από το Δεδεαγατς όπου εγκαταλείφτηκαν στην ύπαιθρο και υπέφεραν τρομερά από την έκθεση πολλοί δε απ’αυτούς πέθαναν. Μετά από την πάροδο κάποιου χρόνου ο Αμερικάνικος Ερυθρός Σταυρός πληροφορήθηκε τι συνέβη και υποχρέωσε τις βουλγαρικές αρχές να στείλουν ειδικό τραίνο να τους παραλάβει και να τους φέρει στο Δεδεαγατς... Αμέσως τους χορηγήθηκαν φαγητό και φάρμακα και πολλοί απ’αυτούς σώθηκαν από το θάνατο. Ορισμένοι από τους πρόσφυγες άφησαν το τραίνο να βρουν νερό και οδηγήθηκαν στη φυλακή, όμως μεσολάβησαν οι Αμερικανοί και τους απελευθέρωσαν. Οι γυναίκες και τα κορίτσια τοποθετήθηκαν σε ξεχωριστά φορτηγά βαγόνια, όμως Βούλγαροι αξιωματικοί και στρατιώτες έμπαιναν σε αυτά και τις εξόργιζαν. Σχετική παρέμβαση των Αμερικανών είχε ως αποτέλεσμα να τοποθετηθούν Γάλλοι στρατιώτες ως φρουροί σε αυτά τα φορτηγά»

«Από τους πρώτους ασθενείς από γρίπη.»

Τραγική ήταν η εικόνα των προσφύγων όπως περιγράφεται σε αναφορές του Αμερικάνικου Ερυθρού Σταυρού:

«6 Αγγλίδες νοσοκόμες πέθαναν στο Δεδεαγατς και θάφτηκαν. Οι νεκροθάφτες δεν είχαν προλάβει να εξαφανιστούν όταν εντελώς γυμνοί και πεινασμένοι πρόσφυγες έσπευσαν να τις ξεθάψουν και να πάρουν τα ρούχα τους. Τέτοια ήταν η ανάγκη τους να καλύψουν τη γύμνια τους!...»

Προφανώς και οι νοσοκόμες απεβίωσαν από ασθένεια και δεν ξέρουμε που θάφτηκαν, πιθανόν στο τότε Ελληνικό κοιμητήριο που βρισκόταν απέναντι από το Βρετανικό εκεί όπου σήμερα είναι κτισμένα σπίτια.

«Οδηγίες προφύλαξης του υπουργείου.»

Η ισπανική γρίπη εξαφανίστηκε ξαφνικά το 1919. Η διάρκεια της ήταν μόλις 18 μήνες. Ήταν όμως αρκετοί για να εξοντώσουν πάνω από 50 εκατομμύρια ανθρώπους, καθώς με τα μέσα και τις πηγές της εποχής είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο αριθμός. Στην πόλη μας άφησε το Βρετανικό κοιμητήριο, που για τους Αλεξανδρουπολίτες ήταν τα μνηματάκια.

«Βρετανικό κοιμητήρι Δεδέαγατς.»

Πέτρος Γ. Αλεπάκος
Δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Γιαννούλα Σιαμέτη, MSc Ιστορική Δημογραφία, Αρχειονόμος-Βιβλιοθηκονόμος Πανδημίες γρίπης στον 20Ο αιώνα: Η Ισπανική γρίπη του 1918
2. War Record of 4th Battalion King's Own Scottish Borderers, Brown, Sorley, 1920
3. Regimental Records of the Royal Welch Fusiliers, C. Dudley Ward, 1929
4. Collection of Sir Thomas Harley, King’s Own Royal Lancaster Regiment Museum
5. Reports of the American Red Cross Commissions upon their activities in Macedonia, Thrace, Bulgaria, the Aegean Islands and Greece, Oxford University Press 1919
6. History of American Red Cross Nursing Red Cross Un. States.American National Red CrossNursing, 1922
7. Φωτοαρχείο: Γεωργίου Π.Αλεπάκου και internet

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2020

Ο Δήμαρχος Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης (1876-1948) και η παρακαταθήκη του στην Αλεξανδρούπολη

(Φύλλα 16670 / 16671 Ιούνιος 2020 της εφημερίδας ‘ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΡΑΚΗ’)

Η οικογένεια Αλτιναλμάζη καταγόταν από την Αίνο και έδωσε τον οπλαρχηγό που έδρασε το 1821 στη Πελοπόννησο, Χαράλαμπο Αλτιναλμάζη, που απαγχονίστηκε μαζί με τον Πατριάρχη Κύριλλο και τον Αργύριο Αλτιναλμάζη, που χάθηκε στη μάχη του Φαβιέ στην Κάρυστο.
Ένας γόνος της οικογένειας Αλτιναλμάζη, ονόματι ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ πήγε στην Αδριανούπολη και έγινε ο γενάρχης των Αλτιναλμαζηδων της Αδριανούπολης. Εκεί παντρεύτηκε τη μικρασιάτισσα Ελένη από το Γόρδιο και έκαναν 10 παιδιά, 5 κορίτσια, και 5 αγόρια.
«Ο Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης 1876-1948.»
Ένα από τα πέντε αγόρια, ο Ιωάννης Αλτιναλμάζης, είχε στην οδό Rustenpasattani στην Αδριανούπολη, το πρακτορείο Ασφαλειών «LondonIns Gorp.». Ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του διετέλεσε πρόεδρος του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Αδριανούπολης. Με τη σύζυγο του Χαρίκλεια έκαναν δυο κόρες την Αναστασία (μετέπειτα σύζυγο Γεωργίου Κερκώφ) και την Ελένη (μετέπειτα Ιωάννη Ιωαννίδη) και δυο αγόρια τον Εμμανουήλ και τον Κωνσταντίνο που έμελλε να γίνουν και οι πρώτοι Δημοτικοί Άρχοντες της Αλεξανδρούπολης.
Ο Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης, γεννήθηκε το 1876 στην Αδριανούπολη. Παντρεύτηκε την Ελένη Πινάτζη από την Κίο της Μικρασίας και απέκτησαν το 1924 μία κόρη τη Σόφη, μετέπειτα Δημουλά. Είχαν και ένα υιό, τον Ιωάννη, που πέθανε όμως το 1927.
Ο Κωνσταντίνος τελείωσε τις γυμνασιακές σπουδές του στην Αδριανούπολη και ενεγράφη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο των Αθηνών από το οποίο νεώτατος και αριστούχος αποφοίτησε από την Φαρμακευτική Σχολή του.
Επέστρεψε στην Αδριανούπολη και στον κεντρικό δρόμο της Αδριανούπολης, Saraclar caddesi, είχε το κατάστημα του, ως φαρμακοποιός και πράκτορας των ασφαλειών πυρός Nord.
Παρ' όλο που ήταν νεώτατος ως επιστήμων, η ευρισκόμενη σε μεγάλη δράση τότε Ελληνική Κοινότητα, τον όρισε Γενικό Γραμματέα του τότε φημισμένου στο Πανελλήνιο, Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου. Η προσφορά του Κ. Αλτιναλμάζη στη θέση αυτή ήταν πολύ μεγάλη και χάρις στην προσπάθεια του ο Σύλλογος αυτός έτυχε πολλών τιμών. Το 1919 ανέλαβε και Πρόεδρος του.
«Η Δημοτική Αρχή 9-4-1925.»
Χρημάτισε ακολούθως Έφορος Κεντρικής Εφορείας Εκπαιδεύσεως, Ταμίας Κοινοτικού Οικοτροφείου, Πρόεδρος διαφόρων Φιλανθρωπικών Σωματείων μέχρι την απελευθέρωση της Άδριανουπόλεως.
Όταν ήταν Επιθεωρητής του Κοινοτικού Ορφανοτροφείου απεκάλυψε την μυστική αλληλογραφία πέντε αλβανοφώνων υποτρόφων της Ελληνικής Κυβερνήσεως, με το Αλβανικό Κομιτάτο. Για την ενέργειά του αυτή που έφερε στο φως όλες τις παρασκηνιακές ενέργειες και ραδιουργίες των όσων εποφθαλμιούσαν την Ελληνική Θράκη, ύστερα από πρόταση του Γεν. Προξένου της Ελλάδος στην Αδριανούπολη κ.Δημαρά, η Ελληνική Κυβέρνηση θέλησε να τον παρασημοφορήσει αλλά ο Κωνσταντίνος από μετριοφροσύνη δεν απεδέχθη.
Η όλη αυτή Ελληνική δράση του Κ. Αλτιναλμάζη ήταν φυσικό να κινήσει εναντίον του το μίσος των Βουλγάρων οι οποίοι κατά την υποχώρηση τους από την Αδριανούπολη τον καταδίκασαν σε θάνατο μαζί με δώδεκα άλλους προύχοντες αλλά σώθηκαν όλοι από την σύγχυση που έγινε με την επέλαση του ιππικού του Εμβέρ Πασσά.
Εκτός από την μεγάλη του προσφορά χάρις στην οποία πολλοί Έλληνες σώθηκαν κυριολεκτικά από την υπηρεσία τους στα «Αμελέ - Ταμπουρού» - τάγματα εργασίας ή στην κυριολεξία τους τάγματα θανάτου η μεγαλύτερη του Εθνική προσφορά ήταν όταν στην κατάληψη της Αδριανουπόλεως, παρέδωσε στον ταγματάρχη Ξύδη το σχέδιο της οχυρώσεως του Τζαφέρ - Ταγιάρ, το οποίο με κίνδυνο της ζωής του είχε βρει.
Μετά την κατάληψη από τα στρατεύματα μας της Αδριανουπόλεως, τον Ιούλιο του 1920, ο τότε βασιλιάς Αλέξανδρος που είχε πληροφορηθεί για τις Εθνικές του υπηρεσίες τον χαιρέτησε φιλώντας τον. Η Ύπατη Αρμοστεία Θράκης του ανέθεσε τα καθήκοντα του βοηθού Δημάρχου Αδριανούπολης, του Τούρκου Δημάρχου Σεφκέτ Βέη. Κατά την ιστορική χαιρετιστήρια επίσκεψη των Δημάρχων της Παλαιάς Ελλάδας, απεστάλη στην Αλεξανδρούπολη ως εκπρόσωπος της πόλεως Άδριανουπόλεως.
«Μπέν μιξ Γυναικών κάτω από τον ΦΑΡΟ 1930. Στο κέντρο διακρίνεται ο Δήμαρχος.»
Η Εθνική συμφορά και η κατάρρευση σταμάτησαν το έργο του Κώστα Αλτιναλμάζη στην Αδριανούπολη και με το κύμα των προσφύγων της έφθασε στην Αλεξανδρούπολη όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα ασκών το επάγγελμα του ως φαρμακοποιού. Δεν τον άφησαν όμως και εδώ οι αρχές της νέας τότε πόλης μας στο περιθώριο και τον κάλεσαν διορίζοντας τον Δήμαρχο της πόλης μας για να παραλάβει από τον δικηγόρο Κ. Μανατό, διορισθέντα δήμαρχο από την Ελληνική πλέον Κυβέρνηση, δεδομένου ότι ο προ αυτού δήμαρχος και αδελφός του Εμμανουήλ Αλτιναλμάζης είχε παραιτηθεί. Έτσι ανέλαβε καθήκοντα Δημάρχου ο Κωνσταντίνος I. Αλτιναλμάζης την 8-10-1924. Ακολούθησαν οι πρώτες δημοτικές εκλογές στις 25 Οκτωβρίου 1925, από τις οποίες ανεδείχθη ο πρώτος αιρετός Δήμαρχος της πόλης, με διαφορά 80-100 ψήφων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στις εκλογές αυτές συμμετείχαν τρεις συνδυασμοί: Ο του Εμμανουήλ Αλτιναλμάζη, που εκπροσωπούσε τους γηγενείς κατοίκους της πόλης, ο του Κωνσταντίνου Αλτιναλμάζη που υποστηρίζονταν κυρίως από τους πρόσφυγες Αδριανουπολίτες και ο του Αχιλλέα Νιότη που υποστηρίζονταν από τους Αινίτες πρόσφυγες.
Ο Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης διετέλεσε αιρετός Δήμαρχος της Αλεξανδρούπολης επί τέσσερις συνεχείς δημοτικές περιόδους: 1925-29, 1929-33, 1933-37 και 1937-41. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στους Αλεξανδρουπολίτες και στις εκλογές μάλιστα του 1929 έλαβε ποσοστό 75%!!
Με την κατάκτηση ολοκλήρου της Ελλάδος από τους Γερμανούς και της Αλεξανδρούπολης από τους συμμάχους τους Βουλγάρους, ο Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης βρέθηκε και πάλι πρόσφυγας μαζί με πολλούς κατοίκους της πόλης στην Αθήνα, όπου από την πρώτη στιγμή του ανετέθησαν τα καθήκοντα του διευθυντού τον Ταμείου Συντάξεως Υγειονομικών ΤΣΑΥ.
«Από το γεύμα που παρέθεσε ο Δήμος Αλεξανδρούπολης στον Ιωαννη Μεταξά. Αριστερά ο Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης. Μάρτιος 1938.»
Με την απελευθέρωση Αλεξανδρούπολης και όλης της χώρας και την ομαλοποίηση της καταστάσεως, στις 26 Ιανουαρίου του 1946 ο Κ. Αλτιναλμάζης αφήνοντας την οικογένειά του στην Αθήνα, επέστρεψε στην Αλεξανδρούπολη και ανέλαβε και πάλι από το Μάρτιο εκείνης της χρονιάς τα καθήκοντά του ως Δημάρχου της πόλης. Ήταν πολύ μεγάλο το βάρος που ανελάμβανε και πάλι στο να επαναφέρει μια πόλη, που κυριολεκτικά καταστράφηκε από την τριετή βουλγαρική κατοχή, στο δρόμο της ανάπτυξης και της προόδου σε όλους τους τομείς. Η αγάπη του όμως για την πόλη, όπως και η αγάπη των παλαιών κατοίκων της του έδινε την δύναμη να προσπαθεί, όμως η κουρασμένη μεγάλη καρδιά του που μέσα της είχε όλη την πόλη και όλους τους συντοπίτες του, δεν άντεξε και στις 15 Μαρτίου του 1948 σταμάτησε να χτυπά. Όλη ανεξαίρετα η πόλη έκλαψε τότε για τον θάνατο του και τον συνόδεψε μέχρι την τελευταία του κατοικία. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου ήταν μικρή για να χωρέσει τους πολίτες της πόλης μας που ήθελαν θαρρείς να του δώσουν την τελευταία τους ψήφο με τον τελευταίο ασπασμό τους, γι' αυτό και ο σωρός του μετά την νεκρώσιμη ακολουθία μεταφέρθηκε έξω από το ναό για το λαϊκό προσκύνημα και την εκφώνηση των επικήδειων λόγων. Χαρακτηριστικά τα λόγια του φίλου του και βουλευτού Έβρου, Γρηγορίου Xρυσοστόμου στον επικήδειο λόγο του αποχαιρετισμού του:
«Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΛΤΙΝΑΛΜΑΖΗΣ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕ ΣΕ ΚΟΜΜΑ, ΑΛΛΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ, ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΟΥ ΣΤΟ ΔΗΜΑΡΧΙΑΚΟ ΑΞΙΩΜΑ».
Η πολιτεία δυστυχώς, με τους νόμους της τότε δεν επέτρεψε στην χήρα του Κωνσταντίνου Αλτιναλμάζη να πάρει την νόμιμη χορηγία του, που ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν οι Δήμοι σε όσους εχρημάτισαν δήμαρχοι πέραν της δευτέρας τετραετίας . Ο Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης είχε με τα χρόνια της κατοχής συνολική υπηρεσία 22 ετών και αν παραιτούνταν θα δικαιούταν την χορηγία αυτή, η οποία τότε θα ήταν προσωποπαγής και θα μεταβιβάζονταν στη χήρα του. Εφ' όσον όμως απεβίωσε εν υπηρεσία δεν δικαιούταν η χήρα του ουδεμιάς χορηγίας. Μόνο μετά το 1964, η χήρα του μετά από προσωπική παράσταση της στον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου, που ως Πρωθυπουργός τροποποίησε αυτή την διάταξη του νόμου, κατόρθωσε να πάρει την χορηγία αυτή για τα λίγα χρόνια μέχρι του θανάτου της.
Επιγραμματικά ας δούμε ποιο έργο άφησε ο Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης στην πόλη μας κατά τη διάρκεια της Δημαρχίας του :
ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Πρόσφυγας και ο ίδιος ένιωθε τον πόνο των προσφύγων για ένα κεραμίδι να στεγάσουν τις οικογένειές τους που διανυκτέρευαν σε παραπήγματα, σχολεία, αντίσκηνα και βαγόνια σιδηροδρόμων. Χάρη στις προσπάθειες του που ήταν φίλος με τους γερουσιαστές και βουλευτές όλων των πολιτικών παρατάξεων τότε, έχοντας και την προσωπική εκτίμηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, κατάφερε να έχει αποπερατωθεί το έργο της στέγασης των προσφύγων στην πόλη μας πολύ πριν από όλες τις πόλεις της Ελλάδος, έτσι ώστε με το τέλος της τρίτης τετραετίας του ως δημάρχου της πόλης να μην υπάρχει στην πόλη και τα χωριά της ούτε ένα άστεγος πρόσφυγας. Οι συνοικισμοί, Πέτρινα, Καραγατσιανά, Τσιμεντένια, Απολλωνιάδα και Μνηματάκια, είχαν τελειώσει και όλοι οι πρόσφυγες είχαν πλέον το πολυπόθητο «κεραμίδι» να τους στεγάζει.
ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΦΑΓΕΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ
Λόγω έλλειψης σφαγείων ή σφαγή των βρώσιμων ζώων ελάμβανε χώρα στην ύπαιθρο, με όλους τους κινδύνους που εγκυμονούσε αυτό για τη δημόσια υγεία. Προς αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού το 1924 στο δυτικό μέρος της πόλεως στην παραλία κατασκευάστηκαν σφαγεία, εκεί που είναι σήμερα το Grecotel.
ΗΛΕΚΤΡΟΦΩΤΙΣΜΟΣ
Προέβη στην ίδρυση της πρώτης Δημοτικής Επιχειρήσεως Ηλεκτροφωτισμού, που στεγάστηκε προσωρινά πίσω από το πρώτο Δημαρχείο, και αργότερα σε ιδιόκτητo κτίριο όπου σήμερα τα γραφεία της ΔΕΗ. Επεξέτεινε επίσης το δίκτυο φωτισμού στους νεόδμητους συνοικισμούς της πόλεως.
ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ
Συστηματοποίησε του έργου της καθαριότητος της πόλεως με δημοτικά συνεργεία, εφοδιασμένα με κατάλληλα εργαλεία κατά το έτος 1925.
ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΜΟΝΙΜΟΥ ΕΡΓΟΥ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ
Ή σκέψη περί εκτελέσεως μονίμου έργου υδρεύσεως της πόλεως από τις ευρισκόμενες σε απόσταση 8 χιλιομέτρων πηγές του «Ποταμού» είχε απασχολήσει από πολύ νωρίς την πόλη μας κρίθηκε όμως επιβεβλημένο έργο λόγω του τριπλασιασμού του πληθυσμού της πόλης μετά την εγκατάσταση το 1922 δέκα και πλέον χιλιάδων προσφύγων. Κατά το έτος 1926, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, ανατέθηκε ή σύνταξη μελέτης και προϋπολογισμού δαπάνης, σε έναν ειδικό επιστήμονα υδραυλικό, τον εκ Δράμας Μηχανικό κ. Ν. Μίχα, για την μεταφορά, στην πόλη των υδάτων των ανωτέρω πηγών. Το έργο αυτό κατ' αρχήν παρουσίαζε μεγάλες δυσχέρειες ιδίως από οικονομικής απόψεως, καθόσον οι ελάχιστοι πόροι του Δήμου δεν επαρκούσαν προς αντιμετώπιση της δαπάνης, η οποία απαιτείτο, πρόσθετη δε ειδική προς τον σκοπό αυτόν φορολογία των δημοτών επίσης δεν ήταν δυνατή λόγω της οικονομικής κρίσεως που μάστιζε την χώρα και την Αλεξανδρούπολη συνεπεία του μεγάλου κραχ του 1929. Έτσι ο Δήμος Αλεξανδρούπολης σύναψε με την Εθνική Κτηματική Τράπεζα δάνειο λιρών Αγγλίας που θα εξυπηρετούνταν από ίδιους τακτικούς πόρους του Δήμου και μια σοβαρή αρωγή ετησίως την οποία εψήφισε και εισέφερε η Λιμενική Επιτροπή της πόλεως. Η ύδρευση της πόλης μας ενισχύθηκε με την κατασκευή υδατοδεξαμενής που δέχτηκε τα υπόγεια νερά του Ποταμού και κατασκευάστηκε στο υψηλότερο σημείο της Εξωπόλεως από την οποία υδρεύονταν με φυσική ροή του νερού της η Εξώπολη και οι ανατολικές συνοικίες της πόλης μας. Το έργο ολοκληρώθηκε ήδη από το 1930 και παραδόθηκε έκτοτε στη κοινή χρήση, θεραπεύοντας έτσι μίας από τις επιτακτικότερες ανάγκες της πόλεως. Για να έχουμε μια τάξη μεγέθους προέβλεπε τη μόνιμη επάρκεια της υδρεύσεως για πληθυσμό τετραπλάσιο του τότε πληθυσμού της πόλεως.
«Εγκαίνια δικτύου ύδρευσης 1925.»
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΡΥΜΟΤΟΜΙΚΟ ΣXEΔΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Ο τριπλασιασμός της πόλης απαιτούσε και νέες οικίες για την εγκατάσταση των προσφύγων εκτός του ήδη υπάρχοντος πολεοδομικού σχεδίου. Έτσι ο Δήμος Αλεξανδρούπολης πέτυχε με το υπ' αριθμ. 58/8-3-1931 Διάταγμα να εγκριθεί το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης μας.
ΣΥΣΤΑΣΗ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ
Ο Δήμος Αλεξανδρούπολης ίδρυσε το έτος 1928 Δημοτική Φιλαρμονική. Σύμφωνα με τη γραπτή μαρτυρία του ίδιου Δημάρχου Αλεξανδρούπολης, Κωνσταντίνου Αλτιναλμάζη, που διέσωσε ο Δρ. Αθανάσιος Τρικούπης, «χρησιμοποιήθηκαν τα παλιά πνευστά όργανα της Φιλαρμονικής του Ελληνικού Γυμνασίου Αδριανούπολης, τα οποία είχαν μεταφερθεί στην Αλεξανδρούπολη κατά την εκκένωση της Αδριανούπολης το 1922».
ΝΕΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
Στην πόλη μας το κτίριο που στέγασε το δικαστικό μέγαρο, μετά την απελευθέρωση ήταν το παλαιό Οθωμανικό Πρωτοδικείο, απέναντι από την Ακαδημία, στη θέση του σημερινού Ειρηνοδικείου, στη πάλαι ποτέ πλατεία του Διοικητηρίου και νυν πάρκο εθνικής ανεξαρτησίας Το κτίριο όμως απ’ ότι φαίνεται δεν συντηρήθηκε ποτέ γι’αυτό ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 είχε κριθεί απαραίτητη η εύρεση νέου Δικαστικού Μεγάρου. Μάλιστα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα» της 22 Ιανουαρίου 1928, ανταπόκριση του Μιχ. Ροδά στην οποία μεταξύ άλλων διεκτραγωδούνταν η οικτρή κατάσταση του τότε Πρωτοδικείου. Επί Δημαρχίας λοιπόν του Κ. Αλτιναλμάζη το εγκαταλελειμμένο παλαιό τουρκικό διοικητήριο επισκευάσθηκε και στέγασε το Πρωτοδικείο Έβρου και το στεγάζει ακόμα και σήμερα.
Α ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Ήδη από το 1928 ο Δήμος αποφάσισε την ανέγερση σχολικού διδακτηρίου. Αυτό έγινε πραγματικότητα με την ανέγερση του Πρώτου Δημοτικού Σχολείου πλησίον της Αγίας Κυριακής, σε χώρο που προηγουμένως λειτουργούσε ως αεροδρόμιο τα έτη 1933-1935, επί Υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου στο πλαίσιο ενός μεγάλου προγράμματος ανεγέρσεως Δημοτικών Σχολείων σε όλη τη χώρα. Εργολάβος του έργου αυτού ήταν ο Αλέξανδρος Αλβανόπουλος.
«Το Πρώτο Δημοτικό Σχολείο.»
ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ
Αναμορφώθηκε η παραλία με την κατασκευή δημοτικού πάρκου, πραγματικό στολίδι της πόλης, με φουντωτά δέντρα σε σειρά, όπου τοποθετήθηκε και το πρώτο Ηρώο χάρη στον τότε Νομάρχη Μιχ. Καλογερόπουλο και με χρήματα που συγκεντρώθηκαν με έρανο των Αλεξανδρουπολιτών. Τα καλοκαίρια κάθε βράδυ στο Δημοτικό Κήπο γινόταν η κοσμική συγκέντρωση των Αλεξανδρουπολιτών στο Δημοτικό Αναψυκτήριο ΟΛΥΜΠΟΣ ΝΑΟΥΣΑ, όπου έρχονταν και έδιναν παράσταση και διάφοροι θίασοι.
«Ο Δημοτικός κήπος 1925.»
ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΛΑΖ
Κατασκεύασε αποδυτήρια ανδρών και γυναικών χωριστά το ένα από το άλλο και μια ξύλινη εξέδρα που έφτανε βαθιά στη θάλασσα για τα μπάνια των Αλεξανδρουπολιτών αλλά και των Εβριτών που έρχονταν τα Σαββατοκύριακα. Τα γυναικεία ονομαζόταν «Δημοτικά θαλάσσια Μπάνια Γυναικών» και ήταν πάνω από τη θάλασσα πάνω σε πασσάλους. Είχαν καμπίνες δεξιά και αριστερά για την προετοιμασία του μπάνιου. Στη μέση υπήρχαν σκάλες για να κατεβαίνουν κατ’ ευθείαν οι γυναίκες στη θάλασσα και μπροστά προς το πέλαγος προεκτεινόταν εξέδρα με σκάλες.
«Κολυμβητικοί αγώνες 1935. Μπροστά διακρίνεται η ξύλινη εξέδρα και πίσω αριστερά στο βάθος τα γυναικεία αποδυτήρια.»
ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ
Από την πρώτη του εκλογή ακόμη ο Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης μερίμνησε και για τον αθλητισμό και με την έμπνευση και τη βοήθεια του τότε Διοικητού του Στρατολογικού Γραφείου της Αλεξανδρούπολης ταγματάρχη Κ. Διοσκουρίδη, ο οποίος και επέβλεψε σε όλες τις φάσεις της εργασίας, κατασκευάστηκε το πρώτο Δημοτικό Γυμναστήριο της πόλης, (αυτό που ονομάστηκε κατόπιν Εθνικό Στάδιο Φώτη Κοσμά). Στο Γυμναστήριο αυτό τελέσθηκαν κατά το 1930 οι Πανθρακικοί Αθλητικοί αγώνες στίβου
ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΑΠΟΘΗΚΕΣ ΕΥΦΛΕΚΤΩΝ ΥΛΩΝ
Κατασκεύασε εκτός της πόλης αποθήκες για εύφλεκτες ύλες.
ΜΕΡΙΜΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ
Συμπλήρωσε με οικονομική ενίσχυση Χειρουργείο το 1928 στο τότε Δημοτικό Νοσοκομείο(νυν Μουσικό Γυμνάσιο)
ΔΗΜΟΤΙΚΗ IΧΘΥΑΓΟΡΑ
Κατασκεύασε Δημοτική Ιχθυαγορά που περιλάμβανε δέκα πρατήρια ιχθύων και βρισκόταν στη κάθοδο για το λιμάνι δεξιά.
«Τα εγκαίνια της παλιάς ψαραγοράς κατεβαίνοντας στο λιμάνι δεξιά 1928.»
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ YΠΗPEΣIΑ
Οργάνωσε Πυροσβεστική Υπηρεσία εφοδιασμένη με μια καινούργια τροχήλατη χειροκίνητη αντλία, δύο μικρές χειροκίνητες και ένα πυροσβεστικό όχημα τύπου «LAFFLY», που χρησίμευσε και για την κατάβρεξη των οδών, που ήταν χωμάτινοι. Επίσης τοποθέτησε πυροσβεστικούς κρουνούς σε διάφορα σημεία της πόλης.
ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ
Προέβη σε ανέγερση Τηλεφωνικού Κέντρου της πόλεως.
ΕΡΓΑ ΟΔΟΠΟΙΙΑΣ
Έκανε εκτεταμένο έργο οδοποιίας στο Εμπορικό κέντρο της πόλης με τη κρασπέδωση της οδού 14ης Μαΐου και την επίστρωση της δια χαλικοστρώσεως, τη συνεχή Επίστρωση με χαλίκια ποταμίσια των οδών Εμπορίου, Μαζαράκη και άλλων.
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΙΑΜΑΤΙΚΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΛΟΥΤΡΑ
Κατόρθωσε να επιβάλει εισφορά υπέρ του Δήμου με νόμο του κράτους από τη δεύτερη μόλις τετραετία της εκλογής του, (του ενός λεπτού της δραχμής επί των εισαγομένων και εξαγομένων εμπορευμάτων του Λιμένος Αλεξ/πόλεως) με σκοπό την μεταφορά τον ιαματικού νερού των Λουτρών Τραιανούπολης στην Αλεξανδρούπολη. Ο EOT είχε παραχωρήσει την εκμετάλλευση των ιαματικών αυτών στον Δήμο Αλεξ/πόλεως και την κοινότητα Λουτρού. Με την βοήθεια δε του τότε βουλευτού Αλ. Παπαθανάση, εκπονήθηκε όλο το σχέδιο της μεταφοράς δια σωληνώσεως του νερού στην πόλη της Αλεξανδρούπολης. Αλλά ήρθε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και το ποσό που είχε συγκεντρωθεί και ήταν κατατεθειμένο στην Εθνική Τράπεζα, πάνω από 1.500.000 προπολεμικών δραχμών, αποσβέσθηκε.
«Ο Δήμαρχος Κων.Αλτιναλμάζης σχεδιάζοντας την μεταφορά στην πόλη νερού από τις Ιαματικές πηγές Φερών.» 


ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΛΗΓΩΝ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Τον Ιανουάριο του 1947, ιδρύθηκε στην πόλη μας με πρωτοβουλία του Δήμου φιλανθρωπικό σωματείο με την επωνυμία «Επιτροπή φροντίδος και περιθάλψεως του Στρατιώτου» με τη συμμετοχή όλων των φορέων της πόλης για την περίθαλψη και την ανακούφιση των τραυματισμένων στρατιωτών που πολεμούσαν.(ΕΜΠΡΟΣ 26-1-47)
ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ
Ο Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης κατέβαλε κάθε δυνατή φροντίδα θεραπείας όλων των επιτακτικότερων αναγκών της πόλεως και των χωριών και συνοικισμών που υπάγονταν στον Δήμο. Ποτέ δεν ενήργησε καθ' υπόδειξη της πολιτικής παρατάξεως στην οποία ανήκε, αλλά μόνο για το καλό της πόλης και πάντα με τη σύμφωνη γνώμη όλων των δημοτικών συμβούλων. Χαρακτηριστική πάνω στο θέμα είναι η παρακάτω συζήτηση του αποτυχόντος στις εκλογές του 1933 υποψηφίου Δημάρχου Μ.Κανέτσου, που την επομένη επισκέφθηκε το γραφείο του δημάρχου για τρίτη τριετία Κ.Αλτιναλμάζη. Αφού τον συνεχάρη ο Μ.Κανέτσος του είπε:
«Κώστα σ' αυτή την εκλογή σου δίδω έξι εκλεκτούς δημοτικούς συμβούλους, που θα είναι άριστοι συνεργάτες σου».
Ο Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης υπήρξε ο Δήμαρχος εκείνος που άλλαξε την όψη του μικρού Δεδεαγάτς και το μετέβαλε σε σύγχρονη μεγαλούπολη. Με το πρόγραμμα του αυτό ο Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης πρωτοπόρος και προοδευτικός σ' όλη του τη ζωή, φρόντισε ώστε η μόλις σχηματισθείσα πόλη μας να γίνει μια πραγματική ευρωπαϊκή πόλη σ' όλους της τους τομείς. Κάτω από τη μακρόχρονη συνετή του διοίκηση, ο Δήμος της Αλεξανδρούπολης σαν οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης, δεν υστέρησε σε κανένα τομέα δράσης. Ο Κωνσταντίνος Αλτιναλμάζης έχαιρε τέτοιας εκτίμησης στους κύκλους της Ένωσης των Δήμων Ελλάδας ώστε τον εξέλεξαν μέλος της Οργανωτικής επιτροπής του Α’ Συνεδρίου των Δημάρχων της Ελλάδος.
Ο Δήμος μας, εκτιμώντας την πολύχρονη και πολύπλευρη προσφορά του στην πόλη μας, έδωσε το όνομά του Κωνσταντίνου Αλτιναλμαζη σε ένα δρόμο και στο μεγάλο πάρκο-πρώην Στρατόπεδο Παρμενίωνα.


Πέτρος Γ. Αλεπάκος
Δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Εφημερίδες: ΕΜΠΡΟΣ, Ελεύθερον Βήμα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, ΣΚΡΙΠ, Αθηναϊκά Νέα.-
2. Δρ. Αθανάσιου Τρικούπη Ο μουσικός πολιτισμός του θρακικού ελληνισμού κατά τον 19ο και 20ό αιώνα στο www.academia.edu.-
3. Ευάγγελου Αυδίκου, Αναπλ. καθηγητή του Δ.Π.Θ. ομιλία για τον Κωνσταντίνο Αλτιναλμάζη που έγινε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Ελευθέρια 1998 στην Αλεξανδρούπολη.-
4. Θανάση Αποστολίδη, ΑΙΡΕΤΟΙ ΔΗΜΑΡΧΟΙ ΤΗΣ ΑΛΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ ΠΡΩΤΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ, 1995
5. ΘΡΑΚΙΚΗ ΣΤΟΑ ΛΕΥΚΩΜΑ ΘΡΑΚΗΣ-ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ 1932
6. Θεόδωρος Κυρκούδης στο ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ (19ος -20ος αι.) - Πολιτιστικός και Ψυχαγωγικός Σύλλογος Αλεξανδρουπολιτών Αττικής - ΑΘΗΝΑ 2007
7. Β.Δ. Αιβαλιώτη, Σ.Δ. Παπαζήση-Αδαμαντίδου, Από την Ανατολική Θράκη στην Ελλάδα και στη Δύση οικογένειες Αλτιναλμαζη κλπ. ΠΑΚΕΘΡΑ 2011
8. Αντώνη Τερζή, Αλεξανδρούπολη ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ, 2004
9. Αθανάσιου Κριτού, ΑΛΕΞΑΝΡΟΥΠΟΛΗ Η ΕΚΑΤΟΝΤΑΧΡΟΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ 1878-1978, 1995.-
10. Θανάση Αποστολίδη, ΑΛΕΞΑΝΡΟΥΠΟΛΗ μορφές-γεγονότα-αναμνήσεις, έκδοση τρίτη 1993
Φωτοαρχείο: Γεωργίου Π. Αλεπάκου

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

Ο ονοματοδοτης της πόλης μας Βασιλιάς Αλέξανδρος ο Α΄

(Φύλλο 16.616 Μάρτιος 2020 της εφημερίδας ‘ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΡΑΚΗ’)
Δεν υπάρχει στην Ελλάδα άλλη πόλη που να έχει πάρει τη ονομασία της από το όνομα κάποιου Βασιλέα της τέως Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας, όπως η πόλη μας, που ονομάστηκε Αλεξανδρούπολη προς τιμή του Βασιλιά Αλέξανδρου του Α΄.
«Ο Αλέξανδρος με το σκύλο του.»
Ο Αλέξανδρος (1 Αυγούστου 1893 - 25 Οκτωβρίου 1920), ήταν ο δευτερότοκος γιος του Βασιλιά Κωνσταντίνου του Α΄και της Βασίλισσας Σοφίας. Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από όπου αποφοίτησε το 1912. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως αξιωματικός του πυροβολικού. Ως δευτερότοκος γιός του Βασιλιά θεωρούσε δεδομένο ότι δεν θα καθόταν ποτέ στον θρόνο. Ο φίλος του Χρήστος Ζαλοκώστας τον περιγράφει ως ένα μαθητή μέτριο στην στρατιωτική σχολή και ως άτομο που κατά τα νεανικά του χρόνια διακρινόταν για τον ατίθασο χαρακτήρα του, σε αντίθεση με το μεγαλύτερο αδελφό του τον Γεώργιο. Αρειμάνιος καπνιστής, έβαλε κατά λάθος φωτιά στην αίθουσα παιχνιδιών στο παλάτι και απρόσεκτα έχασε τον έλεγχο ενός καροτσιού, αναποδογυρίζοντας τον μικρότερο αδελφό του τον Παύλο σε απόσταση 6 μέτρων.

Είχε πολλές επιτυχίες στο γυναικείο φύλο αλλά η μεγάλη αγάπη του ήταν για τα αυτοκίνητα. Ήπιος γενικά χαρακτήρας, ένιωθε συχνά να τον καταπιέζει η αυλική εθιμοτυπία και είχε ροπή στα ξενύχτια και το τάβλι, χωρίς να δείχνει ιδιαίτερη φροντίδα για τις κρατικές υποθέσεις.

Το 1915, σε μια κοσμική εκδήλωση στην Αθήνα ο Αλέξανδρος συνάντησε την παιδική του φίλη Ασπασία Μάνου. Ήταν κόρη του Πέτρου Μάνου, αξιωματικού του ιππικού και αυλικού στο παλάτι και της Ελένη Αργυροπούλου και είχε μόλις επιστρέψει από τις σπουδές της στη Γαλλία και την Ελβετία. Η Ασπασία ήταν πολύ όμορφη και ο Αλέξανδρος την ερωτεύθηκε και επεδίωξε και κατόρθωσε να συνάψει δεσμό μαζί της, που τα επόμενα χρόνια κράτησε κρυφό από την οικογένεια του.
«Αλέξανδρος και Ασπασία.»
Ενόσω ο Αλέξανδρος και η Ασπασία ζούσαν τον έρωτα τους, η χώρα περνούσε το δράμα του Εθνικού Διχασμού, εξαιτίας της διαμάχης του τότε Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του πατέρα του Αλεξανδρου, Βασιλιά Κωνσταντίνου αναφορικά με την εμπλοκή ή όχι της Ελλάδας στον Μεγάλο Πόλεμο στο πλευρό των δυνάμεων της Ανταντ (Entente, αρχικά Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία).

Υπό την προστασία των χωρών της Αντάντ, ιδιαίτερα της Γαλλίας, το Φθινόπωρο του 1916 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, έχοντας εξαναγκαστεί από τον Κωνσταντίνο σε παραίτηση για δεύτερη φορά, σχημάτισε μια προσωρινή παράλληλη κυβέρνηση με αυτή του Βασιλιά. Θρυαλλίδα για την εξέλιξη αυτή ήταν η παράδοση από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου του οχυρού Ρούπελ και της ίδιας της πόλης της Καβάλας τον Αύγουστο του 1916 στους Βουλγάρους και την συνακόλουθη αιχμαλωσία από τους τελευταίους του Δ Σώματος Στρατού.

Ακολούθησαν τα Νοεμβριανά, όταν στις 18 Νοεμβρίου / 1 Δεκεμβρίου 1916, ο Γάλλος ναύαρχος Λουί Νταρτίζ ντε Φουρνέ (Louis Dartige du Fournet) έδωσε εντολή στις Συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην Ελλάδα να προβούν σε μια επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, από ένα αποβατικό σώμα 3.000 ανδρών, που προέρχονταν από τις γαλλικές, τις αγγλικές και τις ιταλικές ένοπλες δυνάμεις. Οι συμμαχικές όμως δυνάμεις αντιμετώπισαν σθεναρή αντίσταση από τον Ελληνικό στρατό και τους βασιλόφρονες επιστράτους που σε μεγάλο αριθμό συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν αφήνοντας πίσω 194 νεκρούς και τραυματίες σε αντίθεση με τις Ελληνικές απώλειες που ανήλθαν σε 84 χωρίς όμως να υπολογιστούν οι άμαχοι και οι εκτελεσθέντες τις επόμενες ημέρες Βενιζελικοί.

Στις 19 Νοεμβρίου / 2 Δεκεμβρίου 1916 η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία αναγνώρισαν επισήμως την κυβέρνηση Βενιζέλου ως τη μόνη νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδας, χωρίζοντας έτσι τη χώρα. Στις 24 Νοεμβρίου / 7 Δεκεμβρίου 1916, η κυβέρνηση του Βενιζέλου κήρυξε επισήμως πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

Στη Γαλλία, ο πρωθυπουργός Αριστίντ Μπριάν (Aristide Briand), που είχε προσπαθήσει να επιτύχει τη συμφιλίωση των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, αναγκάστηκε να προβεί σε ανασχηματισμό της γαλλικής κυβέρνησης, ενώ στη Βρετανία, ο πρωθυπουργός Χέρμπερτ Χένρι Άσκουϊθ (H. H. Asquith) και ο υπουργός Εξωτερικών Έντουαρντ Γκρέι (Sir Edward Gray) παραιτήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τους Λόιντ Τζορτζ (Lloyd George) και Αρθούρο Μπαλφουρ (Arthur Balfour). Η αλλαγή στη βρετανική ηγεσία αποδείχτηκε ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα, αφού ο Lloyd George ήταν φιλέλλην και θαυμαστής του Βενιζέλου.
«Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος ο Α΄.»
Η πτώση του Τσάρου στη Ρωσία το Φεβρουάριο του 1917 οδήγησε τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία να λάβουν πιο δραστικά μέτρα εναντίον του βασιλιά Κωνσταντίνου, αφού εξέλιπε πλέον ο Τσάρος ο οποίος είχε αρνηθεί τις γαλλικές προτάσεις για την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου από το θρόνο. Οι Σύμμαχοι, βέβαια, ιδίως η Μεγάλη Βρετανία, δεν ήθελαν να δημιουργηθεί μια ελληνική δημοκρατία και προσπάθησαν να αντικαταστήσουν τον βασιλιά με ένα άλλο μέλος της βασιλικής οικογένειας. Ο πρίγκιπας Γεώργιος, ο οποίος ήταν ο διάδοχος, αποκλείστηκε επειδή τον θεωρούσαν πάρα πολύ φιλογερμανό, όπως τον πατέρα του. Αρχικά φαίνεται ότι βολιδοσκόπησαν τον αδελφό του Κωνσταντίνου (και θείου του Αλεξάνδρου), τον Πρίγκιπα Γεώργιο ο οποίος αρνήθηκε επικαλούμενος κόπωση από τη δύσκολη θητεία του ως Ύπατου Αρμοστή Κρήτης μεταξύ 1901 και 1905. Πάνω απ 'όλα, όμως προφανώς ήθελε να παραμείνει πιστός στον αδελφό του. Έτσι ο δεύτερος υιός του Κωνσταντίνου, ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος, επιλέχθηκε να γίνει ο νέος μονάρχης.

Στις 27 Μαΐου / 9 Ιουνίου 1917 ο Κάρολος Ζοννάρ (Charles Jonnart), εμφανίσθηκε στον Πειραιά επικεφαλής συμμαχικού στόλου όπου και επέδωσε στη τότε ελληνική κυβέρνηση Ζαϊμη τελεσίγραφο με το οποίο ζητούνταν εγγυήσεις για την ασφάλεια του συμμαχικού στρατού στη Μακεδονία και πρωτίστως η παραίτηση του Βασιλέως Κωνσταντίνου Α΄ εντός 24 ωρών και την άνοδο στο θρόνο του δευτερότοκου υιού του Αλέξανδρου.

Στις δραματικές ημέρες - ώρες που ακολούθησαν, με υφιστάμενο τον αποκλεισμό του Πειραιά, την αποβίβαση αποικιακών σενεγαλέζικων στρατευμάτων, την κατάσχεση του ελληνικού στόλου και τον βομβαρδισμό της Αθήνας, ο Κωνσταντίνος συμφώνησε να πάει σε αυτοεξορία, χωρίς να παραιτηθεί επίσημα από το στέμμα του.

Παράλληλα ως Αρμοστής πλέον της Ελλάδας ο Κ. Ζοννάρ, εκδίδοντας και σχετικό διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, μετεκάλεσε από την Θεσσαλονίκη τον Ε. Βενιζέλο δια γαλλικού πολεμικού και του ανέθεσε την πρωθυπουργία.

Η απομάκρυνση βέβαια του Κωνσταντίνου δεν υποστηρίχθηκε ομόφωνα από τις δυνάμεις της Entente. Η κυβέρνηση της Αγίας Πετρούπολης ζήτησε από τον Αλέξανδρο να μην λάβει τον τίτλο του βασιλιά αλλά μόνο του αντιβασιλέα, έτσι ώστε να διατηρηθούν τα δικαιώματα του βασιλιά και του διαδόχου και προέβη σε διαμαρτυρίες στο Παρίσι, που αγνοήθηκαν. Επίσης ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα συμβούλευσε τον Κωνσταντίνο να μη παραιτηθεί

Ο Αλέξανδρος ορκίστηκε το απόγευμα της 29ης Μαΐου / 11ης Ιουνίου 1917 στην αίθουσα χορού του Παλατιού. Εκτός από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Θεόκλητο Α΄, παραβρέθηκαν μόνο ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο Διάδοχος Γεώργιος και ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης. Δεν ακολούθησαν εορταστικές εκδηλώσεις. Ο 23χρονος Αλέξανδρος είχε σπασμένη φωνή και δάκρυα στα μάτια καθώς έκανε την επίσημη δήλωση.

Την επομένη, ο πρώην βασιλιάς και η οικογένειά του διέφυγαν κρυφά και κατέληξαν στην Ελβετία.

Πριν φύγει όμως ο πατέρας του, ο Αλέξανδρος του αποκάλυψε το δεσμό του με την Ασπασία Μάνου και ζήτησε την άδειά του να την παντρευτεί. Ο Κωνσταντίνος ήταν απρόθυμος να αφήσει το γιο του να παντρευτεί μια γυναίκα που δεν είχε βασιλική καταγωγή και ζήτησε από τον Αλέξανδρο να περιμένει μέχρι το τέλος του πολέμου πράγμα που συμφώνησε ο Αλέξανδρος.

Ο Αλέξανδρος ορκίστηκε στο Ελληνικό Σύνταγμα σε μια τελετή που έλαβε χώρα στη Βουλή στις 22 Ιουλίου 1917 (π. ημ.), παρουσία του Υπουργικού Συμβουλίου, των Βουλευτών και της Ιεράς Συνόδου, χωρίς την παρουσία όμως του Αρχιεπισκόπου Θεόκλητου, που λίγο μετά καθαιρέθηκε γιατί είχε λάβει μέρος στο ανάθεμα του Βενιζέλου το 1916. Τον όρκο απήγγειλε ο Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδας.
Αν και ορκίστηκε Βασιλιάς, ο Αλέξανδρος ανέλαβε τα καθήκοντά του με την πεποίθηση ότι εκτελούσε χρέη τοποτηρητή του θρόνου μέχρι το τέλος του πολέμου και την επιστροφή του πατέρα του. Στην αρχή η σχέση Βενιζέλου-Αλέξανδρου ήταν τραυματική για τον ίδιο. Σύμφωνα με τον Χρήστο Ζαλοκώστα, στις ιδιωτικές συνομιλίες που είχε μαζί με τον Αλέξανδρο, ο δεύτερος αποκαλούσε τον πρωθυπουργό Σατανά και πως όταν τον όρκισε δεν τον συνεχάρη. Όμως οι όποιες εντάσεις μεταξύ βασιλιά και κυβέρνησης δεν επιβάρυναν τη μεταξύ τους συνεργασία. Τον Ιανουάριο του 1919 ο Αλέξανδρος έβγαλε λόγο σε στρατιωτική μονάδα με τον οποίο καλούσε τους στρατιωτικούς να μην συνωμοτούν σε βάρος της κυβέρνησης.
«Ο Βενιζέλος και ο Αλέξανδρος το 1920.»
Αποκομμένος όμως από την οικογένειά του, αφού οι επιστολές του προς τους γονείς του παρελήφθησαν από την κυβέρνηση και κατασχέθηκαν, μόνη παρηγοριά του Αλεξάνδρου ήταν η Ασπασία και εκμεταλλευόμενος την απουσία του Βενιζέλου στο Παρίσι αποφάσισε να την παντρευτεί. Οι βρετανικές αρχές έβλεπαν θετικά το γάμο γιατί φοβήθηκαν μήπως ο Αλέξανδρος παραιτηθεί για να παντρευτεί την Ασπασία αν του απαγορευόταν ο γάμος. Κάτι τέτοιο θέλησαν να το αποφύγουν γιατί φοβόταν ότι υπήρχε ο κίνδυνος να γίνει δημοκρατία που θα οδηγούσε σε αστάθεια και αύξηση της γαλλικής επιρροής.
Έτσι ο Αλέξανδρος νυμφεύθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1919 (ν.ημ) την Ασπασία από τον αρχιμανδρίτη των Ανακτόρων Ζαχαρία παρουσία μόνο του φίλου του και συγγραφέα Χρήστου Ζαλοκώστα, που ήταν σύζυγος της αδερφής της Ασπασίας.
Σύμφωνα με το ελληνικό σύνταγμα, τα μέλη της βασιλικής οικογένειας έπρεπε να πάρουν άδεια να παντρευτούν τόσο από τον βασιλέα όσο και από τον επικεφαλής της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Με το γάμο αυτό χωρίς την άδεια του Αρχιεπισκόπου, ο Αλέξανδρος προκάλεσε ένα μεγάλο σκάνδαλο.
Παρά την αποδοκιμασία του για την ένωση αυτή, ο Βενιζέλος επέτρεψε στην Ασπασία και στη μητέρα της να μετακομίσουν στο Παλάτι υπό την προϋπόθεση ότι ο γάμος θα παραμείνει μυστικός. Όμως το μυστικό διέρρευσε και η Ασπασία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Έφυγε στη Ρώμη και έπειτα στο Παρίσι, όπου ο Αλέξανδρος μπόρεσε να την ακολουθήσει, αργότερα, υπό την προϋπόθεση να μην παραστούν σε επίσημες τελετές μαζί.
Τον Ιούνιο του 1920 ο Αλέξανδρος επέστρεψε στην Ελλάδα και αποφάσισε να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις απελευθέρωσης της Ανατολικής Θράκης, που από το 1918 τελούσε υπό Γαλλική κατοχή. Επειδή όμως οι διεξαγόμενες στην Κιλικία επιχειρήσεις μεταξύ Γάλλων και Τούρκων Εθνικιστών, είχαν ως αποτέλεσμα να αποσταλούν εκεί τα ευρισκόμενα στην Ανατολική Θράκη Γαλλικά στρατεύματα εκτός από μια μικρή δύναμη που παρέμεινε για να περιφρουρεί την σιδηροδρομική γραμμή Κωνσταντινούπολης -Αδριανούπολης, το Ανώτατο Διασυμμαχικό Συμβούλιο στο Παρίσι, υπό τον διαγραφόμενο κίνδυνο της αντίστασης που ετοίμαζε ο Τζαφέρ Ταγιάρ, τούρκος συνταγματάρχης, μαζί με Βούλγαρους κομιτατζήδες, έλαβε την απόφαση στις 20-6-1920 (π.ημ.) όπως η Ανατολική Θράκη καταληφθεί μέχρι Τσατάλτζα υπό των Ελληνικών δυνάμεων.
«Ο Αλέξανδρος με τον αρχιστράτηγο Παρασκευόπουλο στην Πάνορμο.»
Επιβιβάστηκε στο θρυλικό Αβέρωφ και επισκέφθηκε πρώτα την Πάνορμο, όπου παρακολούθησε την εκεί απόβαση του Ελληνικού Στρατού. Αποβιβάστηκε μάλιστα στη Πάνορμο και ο ίδιος φορώντας τη στολή ναυάρχου όπου τον υποδέχτηκε πλήθος κόσμου. Μετά επισκέφτηκε την Ραιδεστό και παρακολούθησε την απόβαση και εκεί του Ελληνικού Στρατού.
«Η απόβαση του Βασιλιά Αλέξανδρου στην προβλήτα της Αλεξανδρούπολης (τότε ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ).»
Στις 8 Ιουλίου του 1920 (π.ημερ.), ημέρα Τετάρτη ήρθε στην πόλη μας που ονομαζόταν Δεδεαγατς, φορώντας αυτή τη φορά θερινή στολή Στρατηγού. Στην μικρή προβλήτα τον υποδέχτηκαν ο ύπατος Αρμοστής κ. Σαχτούρης, ο Αντιστράτηγος κ. Ζυμβρακάκης μετά του επιτελείου του, ο Πολιτικός Διοικητής κ. Σνωκ μετά του προσωπικού της Διοικήσεως, ο Δήμαρχος Εμμανουήλ Αλτιναλμάζη, αντιπρόσωποι όλων των Κοινοτήτων και αντιπρόσωποι του εμπορικού κόσμου και των Συντεχνιών.
Έχει γραφτεί από πολλούς ότι ο Δήμαρχος στην προσφώνηση του ανέφερε την απόφαση των τοπικών αρχών να μετονομαστεί η πόλη από Δεδεαγατς σε Αλεξανδρούπολη. Όμως η προσφώνηση του Εμ. Αλτιναλμάζη όπως καταγράφηκε στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της 12-7-1920 (π.ημ) και παραθέτουμε με την ορθογραφία του πρωτοτύπου πλην του πολυτονικού δεν αναφέρει κάτι τέτοιο:
«Μεγαλειότατε,
Καθ’ην ώραν ο ήχος των τηλεβόλων του ηρωικού στρατού της Υ.Μ. φθάνων μέχρι Δεδεαγάτς, αναγγέλει την υπό των Ελληνικών δυνάμεων απόδοσιν της Θρακικής γής εις την μεγαλυνθείσαν πατρίδα, η ενταύθα παρουσία της Υ.Μ. συμβολίζουσα τας υπό την σκέπην της θείας προνοίας συντελουμένας προόδους της φυλής, αποτελεί σταθμόν φωτεινόν εν τη ιστορία του Έθνους. Αι εξαιρετικαί συνθήκαι υπό τας οποίας αι νέαι Ελληνικαί χώραι εκδηλούσι την εις τον νεαρόν αυτών Βασιλέα αφοσίωσιν και αγάπην των, αποτελούσι Μεγαλειότατε το ασφαλέστερον εχέγγυον της μελλούσης συμπράξεως του Θρόνου και του Έθνους η δε, πολυπαθής πόλις του Δεδεαγάτς και οι μαρτυρικοί αυτής κάτοικοι μεθ’υπερηφανείας θα διατηρήσωσι την μνήμην της επισκέψεως Υμών, ήτις θα αποβή η αφετηρία της αναγεννήσεως μας και η αισία απαρχή της περαιτέρω αναπτύξεως σπουδαίου λιμένος επί της βορείας ακτής της αποκλειστικώς πλέον Ελληνικής θαλάσσης του Αιγαίου.»
Μετά την υποδοχή επιβιβάστηκε σε ανοιχτό αυτοκίνητο με το οποίο μετέβη στην Μητρόπολη, όπου τελέστηκε δοξολογία προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ιωακείμ. Μετά την δοξολογία παρετέθη δεξίωση στο Μητροπολιτικό μέγαρο. Εκεί επισκέφθηκαν τον Αλέξανδρο οι αντιπρόσωποι των Κοινοτήτων, οι επιφανείς και οι πρόκριτοι και όλος ο υπαλληλικός κόσμος. Μετά την δεξίωση ο Αλέξανδρος μετέβη με το αυτοκίνητο του μέχρι την Μάκρη.
«Ο Αλέξανδρος στο ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ.»
Την επομένη 9 Ιουλίου 1920 (π.ημ.) , ο Βασιλιάς με έκτακτη αμαξοστοιχία, μετέβη στην Κομοτηνή, κατόπιν προσκλήσεως του Κυβερνητικού αντιπροσώπου Χ. Βαμβακά και επέστρεψε το απόγευμα με το αυτοκίνητο του στην πόλη μας. Το βράδυ του παρέθεσε γεύμα στον κήπο του ξενοδοχείου «Πανελλήνιον», που βρισκόταν στην σημερινή Λεωφόρο Δημοκρατίας, ο ύπατος Αρμοστής κ. Σαχτούρης στο οποίο παρακάθησαν οι Στρατιωτικές και Πολιτικές Αρχές. Το βράδυ διανυκτέρευσε πάνω στο Αβέρωφ και την επομένη 10 Ιουλίου 1920 (π.ημ.)ξεκίνησε σιδηροδρομικώς για Διδυμότειχο ακολουθώντας το Στρατηγείο. Στο Διδυμότειχο ο Αλέξανδρος δέχτηκε τις αρχές και τα προεδρεία των ξένων κοινοτήτων.
«Ο νεκρός του Βασιλιά και η Ασπασία.»
Την 12η Ιουλίου 1920 (π.ημ.) εισήλθε ο Ελληνικός στρατός στην Αδριανούπολη και την 13η Ιουλίου 1920 (π.ημ.), ημέρα Δευτέρα εισήλθε ο Αλέξανδρος εν πομπή στην πόλη. Η σειρά των αυτοκινήτων, προπορευομένου του βασιλικού ξεκίνησε από το Καραγατς. Από τη γέφυρα του ποταμού Έβρου μέχρι της Μητροπόλεως κάλυπταν τη λεωφόρο και τις παρόδους πλήθη κόσμου που ζητοκραύγαζαν και έραιναν με άνθη το Βασιλιά. Η βασιλική πομπή έφτασε στη Μητρόπολη, όπου τελέστηκε δοξολογία προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Πολυκάρπου. Ακολούθησε δεξίωση στο Δημαρχιακό Μέγαρο, όπου τον συνάντησαν Τούρκοι πρόκριτοι καθώς και ο Βούλγαρος επίσκοπος ο οποίος ευχήθηκε την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τη στέψη του Αλεξανδρου στην Αγία Σοφία. Το μεσημέρι ο Αλεξανδρος επισκέφτηκε το ιστορικό τέμενος Σουλτάν Σελήμ, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους μουσουλμάνους που προσεύχονταν. Ο Βασιλιάς καθ όλη τη διαμονή του στην Αδριανούπολη έβγαινε σε μακρινούς περιπάτους άνευ φρουράς. Αναφέρεται μάλιστα από τον Γεραγά, ανώτερο κυβερνητικό υπάλληλο, που διετέλεσε Αναπληρωτής Γενικός Διοικητής Θράκης, το ακόλουθο περιστατικό. Ο Δήμος Αδριανούπολης αποφάσισε να δωρίσει το Μέγαρο της Δημαρχίας όπου διανυκτέρευσε ο Βασιλιάς στον τελευταίο για να χρησιμεύει ως ανάκτορο κατά τις επισκέψεις του Στην Αδριανούπολη. Επιτροπή Αδριανουπολιτών ανακοίνωσε την απόφαση και παρακάλεσε το Αλεξανδρο να δεχτεί τη δωρεά, πράγμα που έπραξε, ευχαριστώντας. Μετά όμως από λίγες ημέρες το Αυλαρχείο ανακοίνωσε δια της Αρμοστείας ότι ο Βασιλιάς ευχαριστεί για την αυθόρμητη δωρεά αλλά δεν την αποδέχεται. Κατά τον Γεραγά η Κυβέρνηση μόλις πληροφορήθηκε την δωρεά απέτρεψε την αποδοχή.
Στις 16 Ιουλίου 1920 (π.ημ) ο Βασιλιάς οδικώς έφθασε στις Σαράντα Εκκλησιές, όπου οι Ελληνες κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στην πλατεία και στους εξώστες και μάλιστα ένας εξώστης υποχώρησε από το βάρος των ανθρώπων αλλά ευτυχώς ένα δέντρο κάτω από τον εξώστη απέτρεψε την απότομη πτώση και τα χειρότερα.
Μετά την ολοκλήρωση της περιοδείας του στην Ανατολική Θράκη αναγράφηκε στο τύπο ότι ο Αλεξανδρος θα επέστρεφε στην πόλη μας, έχοντας μαζί του τον αιχμαλωτισμένο Τζαφερ Ταγιαρ.
Στο φύλλο μάλιστα της 17 Ιουλίου 1920 (π.ημ.) της εφημερίδας Μακεδονία δημοσιεύθηκε ότι τοποθετήθηκε βόμβα σε μια φιάλη γεμάτη δυναμίτη ενός κιλού κάπου μεταξύ Τυχερού και Δεδεαγατς προκειμένου να εκραγεί όταν θα διερχόταν η αμαξοστοιχία με τον Βασιλέα και τον αιχμάλωτό του. Ευτυχώς όμως έγινε έγκαιρα αντιληπτή από ένα φύλακα και αποσοβήθηκε ο κίνδυνος.
Από το ημερολόγιο καταστρώματος όμως του Αβέρωφ προκύπτει ότι ο Αλέξανδρος επιβιβάστηκε στην Μήδεια του Ευξείνου Πόντου, (σημερινό Kiyikoy) στο θρυλικό καταδρομικό που διέπλευσε τα Στενά για άλλη μια φορά και τον μετέφερε στο Νέο Φάληρο.
Μετά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών (28 Ιουλίου / 10 Αυγούστου 1920) και ενώ όμως επρόκειτο ο Ελευθέριος Βενιζέλος να γυρίσει στην Ελλάδα, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών στο Παρίσι, από δύο απότακτους Έλληνες αξιωματικούς, κατά την οποία τραυματίστηκε από πυρά περιστρόφου.
Η μοίρα όμως του Αλεξανδρου ήταν τραγική όπως η μοίρα της Ελλάδος, το επόμενο διάστημα. Στις 17 Σεπτεμβρίου / 1 Οκτωβρίου 1920 καθώς ο Αλέξανδρος έκανε περίπατο στο βασιλικό κτήμα, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες ο σκύλος του ο Φριτς, ένας Γερμανικός ποιμενικός (λυκόσκυλο), που αιχμαλωτίστηκε από τους Άγγλους και των δώρισαν στο Βασιλιά, ενεπλάκη σε καυγά με έναν από τους δύο πιθήκους μακάκους-κατοικίδια του Γερμανού γεωπόνου Στουρμ του βασιλικού κτήματος. Ενώ ο Αλέξανδρος προσπαθούσε να διαχωρίσει τα δύο ζώα, ο δεύτερος μακάκος τού επιτέθηκε και τον δάγκωσε στο πόδι και τον κορμό.
Αμέσως μετά ο Αλέξανδρος τηλεφώνησε στον έμπιστό του υπολοχαγό Στέφανο Μεταξά, από τον οποίο ζήτησε να φέρει γιατρό με επιδεσμικό υλικό. Ο Κωνσταντίνος Μέρμηγκας, διακεκριμένος καθηγητής της χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών με σπουδές στη Γερμανία, έφτασε στο Τατόι και εξέτασε τα τραύματα του Βασιλιά παρουσία και της Ασπασίας Μάνου, η οποία έχει ειδοποιηθεί από το σπίτι τού Χρήστου Ζαλοκώστα και είχε καταφθάσει ανήσυχη. Ο Μέρμηγκας έπλυνε τα τραύματα με οινόπνευμα και βενζίνη, που εθεωρείτο άριστο αντισηπτικό και συμμάζεψε τις πολτοποιημένες μυικές μάζες με γάζες εμποτισμένες σε ιώδιο, αλλά δεν θεώρησε τον καυτηριασμό αναγκαίο, πιστεύοντας ότι πρόκειται για ένα συνηθισμένο τραύμα. Ο ίδιος ο Βασιλιάς ζήτησε το παράξενο αυτό περιστατικό να μη δημοσιευτεί. Οι πληγές ωστόσο είχαν μολυνθεί και το ίδιο βράδυ ο Βασιλιάς ανέβασε πυρετό. Λίγες ημέρες αργότερα εμφανίστηκαν φλεγμονές και οι πληγές, αντί να κλείσουν, είχαν επεκταθεί. Κλήθηκαν επτά από τους σπουδαιότερους Έλληνες καθηγητές ιατρικής της εποχής, οι Σάββας, Φωκάς, Αναγνωστόπουλος, Λιβιεράτος, Σακόρραφος, Μπένσης και Γερουλάνος για να δώσουν λύση. Ο Σάββας εντόπισε με μικροσκόπιο στο πύον, που αναβλύζει από τις πληγές, το βακτήριο του στρεπτόκοκκου. Ο Φωκάς πρότεινε ο Βασιλιάς να ακρωτηριαστεί, αλλά η πρότασή του απορρίφθηκε από την Ασπασία Μάνου, ενώ και οι ίδιοι οι ιατροί ήταν διστακτικοί προς μια τέτοια λύση.
Μετά από λίγες ημέρες και με εντολή του Βενιζέλου, ο οποίος έχει ενημερωθεί και αγωνιούσε για την υγεία του Βασιλιά, κλήθηκαν στην Ελλάδα δύο διαπρεπέστατοι Γάλλοι ιατροί (Φερδινάνδος Βιντάλ και Πιέρ Ντελμπέ), οι οποίοι όμως εξήγησαν, ότι ο ακρωτηριασμός πλέον ήταν άσκοπος, αφού η μόλυνση είχε επεκταθεί και ότι ο Βασιλιάς ήταν καταδικασμένος σε θάνατο.
Το ενδιαφέρον του κόσμου τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις άρτι απελευθερωθείσες περιοχές αλλά και το εξωτερικό ήταν συγκινητικό. Η Ιαπωνική Κυβέρνηση παρακάλεσε τον αντιπρόσωπο της Ελλάδος στο Τόκυο να την κρατά ενήμερη για την κατάσταση της υγείας του Βασιλιά, ενώ Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Μακράς Γέφυρας τέλεσαν στο τζαμί Μουράτ Β πάνδημη δέηση υπέρ της αναρρώσεως του Αλεξανδρου.
Στις 12 Οκτωβρίου / 25 Οκτωβρίου 1920 και αφού είχαν μεσολαβήσει επτά τοπικές επεμβάσεις, ο 27χρονος Βασιλιάς υπέκυψε στα τραύματα του. Η διατύπωση του τελευταίου ιατρικού δελτίου ήταν η εξής:
«Μετά βραχείαν αγωνία, καθ΄ ην η Αυτού Μεγαλειότης κατελήφθη υπό σπασμωδικών κινήσεων του προσώπου, εξέπνευσε περί 4ην και 12 λεπτά μετά μεσημβρίαν.»
Δύο μέρες αργότερα, το σώμα του Αλεξάνδρου μεταφέρθηκε στον Καθεδρικό Ναό της Αθήνας, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα μέχρι την κηδεία του στις 29 Οκτωβρίου 1920 (ν.ημ). Για άλλη μια φορά, η βασιλική οικογένεια δεν κατόρθωσε να λάβει την άδεια να επιστρέψει στην Ελλάδα, και η Βασίλισσα Όλγα ήταν το μόνο μέλος που παρακολούθησε. Ενταφιάστηκε στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι.
ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ
Η ανάληψη του Θρόνου από τον Αλέξανδρο ήταν συνταγματικό πραξικόπημα ουσιαστικά, διότι δεν ακολουθήθηκαν οι περί διαδοχής διατάξεις του συντάγματος. Για το λόγο αυτό ο Κωνσταντίνος δεν αποδέχθηκε ποτέ τον Αλέξανδρο ως βασιλέα, και στον τάφο του στο Τατόι αναγράφεται ως "Αλέξανδρος, βασιλόπαις της Ελλάδος, βασίλεψε αντί του πατρός αυτού". Επίσης η μητέρα του Σοφία στην αλληλογραφία μαζί του τον προσφωνούσε Πρίγκηπα Αλέξανδρο. Αρχικά ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε εκφράσει την προτίμηση του προς τον νεότερο γιο του Κωνσταντίνου, τον ανήλικο τότε Παύλο και τον ορισμό Αντιβασιλέα.
«ΣΚΡΙΠ 13-10-1920.»
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, η Ελλάδα πήρε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Με το τέλος του και ύστερα από την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ (Neuilly sur Seine) (14/27.11.1919), αφαιρέθηκε από τη Βουλγαρία η Δυτική Θράκη, ενώ με τη διάσκεψη του Σαν Ρεμο (Sanremo) της Ιταλίας (19 έως 26 Απριλίου 1920)αποφασίστηκε η κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό. Ακολούθησε η υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών (Traité de Sèvres) (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920), με την οποία προσαρτήθηκε η Ανατολική Θράκη, με εξαίρεση την Κωνσταντινούπολη, και η περιοχή της Σμύρνης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Οι εκλογές από 25 Οκτωβρίου / 1 Νοεμβρίου 1920 μετατέθηκαν για τις 1 Νοεμβρίου / 14 Νοεμβρίου 1920. Οι μοναρχικοί κέρδισαν και ο Δημήτριος Ράλλης έγινε πρωθυπουργός. Ο Βενιζέλος (ο οποίος έχασε τη δική του κοινοβουλευτική έδρα) επέλεξε να εγκαταλείψει την Ελλάδα σε αυτοεξορία. Ο Ράλλης ζήτησε από τη βασίλισσα Όλγα να γίνει αντιβασιλέας μέχρι την επιστροφή του Κωνσταντίνου.
Ο θάνατος του Αλεξάνδρου στη μέση μιας προεκλογικής εκστρατείας συνέβαλε στην αποσταθεροποίηση του καθεστώτος Βενιζέλου και στην απώλεια της συμμαχικής υποστήριξης. Ο Winston Churchill έγραψε:
«δεν είναι ίσως υπερβολή να παρατηρήσουμε ότι 250.000 άνθρωποι πέθαναν από το δάγκωμα αυτής της μαϊμού».
Ο Αλέξανδρος και η Ασπασία απέκτησαν μία κόρη, την πριγκίπισσα Αλεξάνδρα, την οποία ο Αλέξανδρος δεν πρόλαβε να γνωρίσει, καθώς γεννήθηκε περίπου πέντε μήνες μετά τον θάνατό του, στις 25 Μαρτίου 1921. Αρχικά, η κυβέρνηση ακολούθησε τη γραμμή ότι αφού ο Αλέξανδρος παντρεύτηκε την Ασπασία, που δεν ήταν από βασιλική οικογένεια χωρίς μάλιστα την άδεια του πατέρα του ή της εκκλησίας, ο γάμος του ήταν παράνομος (μοργανατικός γάμος) και η κόρη του ήταν τέκνο από παράνομο γάμο. Ωστόσο, τον Ιούλιο του 1922, το Κοινοβούλιο ψήφισε ένα νόμο που επέτρεπε στον βασιλιά να αναγνωρίσει βασιλικούς γάμους αναδρομικά σε μη δυναστική βάση. Τον Σεπτέμβριο του 1922, ο Κωνσταντίνος -στην επιμονή της Σοφίας- αναγνώρισε το γάμο του γιου του με την Ασπασία και έδωσε στην εγγονή του τον τίτλο "Πριγκίπισσα Αλεξάνδρα" Η πριγκίπισσα Αλεξάνδρα -η οποία πέθανε στις αρχές του 1993- παντρεύτηκε τον Βασιλιά Πέτρο Β΄ της Γιουγκοσλαβίας το 1944 στο Λονδίνο και απέκτησε έναν γιο, τον πρίγκιπα Διάδοχο της Γιουγκοσλαβίας Αλέξανδρο Β΄ Καραγεώργεβιτς.
Η Ασπασία με την επιβολή της Δικτατορίας το 1967, έφυγε μαζί με τη κόρη της και έζησε στην Ιταλία και την Αγγλία. Πέθανε στην Βενετία της Ιταλίας στις 7 Αυγούστου 1972 και τα οστά της, μαζί με αυτά της κόρης της Αλεξάνδρας, μεταφέρθηκαν και ενταφιάστηκαν στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι, το 1993, από τον εγγονό της, Πρίγκιπα Διάδοχο της Σερβίας, Αλέξανδρο Β΄.
Και πότε ονομάστηκε η πόλη μας Αλεξανδρούπολη; Υπάρχουν βέβαια προφορικές μαρτυρίες ότι ο τότε Δήμαρχος Εμμανουήλ Αλτιναλμάζης, όπως προαναφέραμε, ή ότι ο τότε Μητροπολίτης ήταν οι ανάδοχοι του νέου ονόματος.
Πάντως με την 103298/29-8-1921 απόφαση περί μετονομασίας συνοικισμών των Νομών Αδριανουπόλεως, Σαράντα Εκκλησιών Ραιδεστού, Καλλιπόλεως, Έβρου και Ροδόπης του Υπουργού Πολιτικού Διοικητού Θράκης Χ. Βοζίκη που δημοσιεύθηκε στο παράρτημα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως τεύχος Β που εκδόθηκε στην Αδριανούπολη στις 18-9-1921 μεταβλήθηκε η ονομασία της πόλεως μας από Δεδεαγατς σε Αλεξανδρούπολη, αν και η παλαιά ονομασία χρησιμοποιούνταν παράλληλα για πολλές δεκαετίες μετέπειτα.
«Η παραλιακή Λεωφόρος – χάρτης ΣΠΑΝΟΥ 1927.»
Προς τιμή του Βασιλιά Αλέξανδρου όμως μετονομάστηκε και η παραλιακή λεωφόρος της πόλης μας από οδός Φάρου σε Λεωφόρο Βασιλέως Αλεξάνδρου. Δυστυχώς όμως σήμερα πολλοί ακόμα και δημόσιοι φορείς (Ταχυδρομείο, Δικηγορικός Σύλλογος) που εδρεύουν στην παραλία αναφέρουν την παραλιακή οδό ως Λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου, που είναι εσφαλμένο. Θα πρέπει ο Δήμος να μεριμνήσει για την ορθή καταχώρηση του ονόματος στη μνήμη του Βασιλιά και γιατί όχι να ανεγερθεί και ένας αδριάντας στην παραλία να ατενίζει το Θρακικό πέλαγο, όπως το ατένισε και ο Αλέξανδρος όταν ήρθε εκείνο το μεσημέρι της 8ης Ιουλίου 1920.
Πέτρος Γ. Αλεπάκος
Δικηγόρος – ιστορικός ερευνητής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Επιχειρήσεις εις Θράκην(1919-1923) Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, 1969
2. Αναμνήσεις εκ Θράκης : 1920-1922 Κώστα Γεραγα, 1925
3. Carter, Miranda (2009). The Three Emperors. London: Penguin Books.
4. Churchill, Winston S. (1929). The World Crisis Volume 5: The Aftermath (1918–1928). London: Butterworth.
5. Diesbach, Ghislain de (1967). Secrets of the Gotha. translated from the French by Margaret Crosland. London: Chapman & Hall.
6. Driault, Édouard; Lhéritier, Michel (1926). Histoire diplomatique de la Grèce de 1821 à nos jours [Diplomatic History of Greece from 1821 to today] (in French). V. Paris: PUF.
7. Fry, Michael Graham; Goldstein, Erik; Langhorne, Richard (2002). Guide to International Relations and Diplomacy. London and New York: Continuum.
8. Goldstein, Erik (1992). War and Peace Treaties 1816–1991. London: Routledge.
9. Llewellyn-Smith, Michael (1998) [1973]. Ionian Vision: Greece in Asia Minor 1919–1922. London: Hurst & Co.
10. Maclagan, Michael; Louda, Jiří (1999). Lines of Succession: Heraldry of the Royal Families of Europe. London: Little, Brown & Co.
11. Montgomery-Massingberd, Hugh (ed.) (1977). Burke's Royal Families of the World, 1st edition. London: Burke's Peerage.
12. Pentzopoulos, Dimitri (2002) [1962]. The Balkan Exchange of Minorities and its Impact on Greece. London: Hurst & Co.
13. Sáinz de Medrano, Ricardo Mateos (2004). La Familia de la Reina Sofía, La Dinastía griega, la Casa de Hannover y los reales primos de Europe [The Family of Queen Sophia, the Greek Dynasty, the House of Hanover and the Royal Cousins of Europe] (in Spanish). Madrid: La Esfera de los Libros.
14. Van der Kiste, John (1994). Kings of the Hellenes: The Greek Kings, 1863–1974. Dover, New Hampshire and Stroud, Gloucestershire: Sutton Publishing
15. http://www.royalchronicles.gr
Φωτοαρχείο: Γεωργίου Π. Αλεπάκου