Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

«ΤΑΡΑΧΑΙ» στο ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ τον Νοέμβριο του 1912.

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο φύλλο 211 Μάρτιος 2010 της εφημερίδας ‘ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ’)

«Εικόνα 1: Tούρκοι πρόσφυγες και στρατιώτες σε αναποδογυρισμένο τραίνο κατά την υποχώρηση»

Ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος άρχισε στις 5 Οκτωβρίου 1912 (παλαιό ημερολόγιο). Οι Ελληνικές δυνάμεις προήλασαν ταχύτατα και κατέλαβαν την Θεσσαλονίκη, ενώ άλλα τμήματα του Ελληνικού στρατού είχαν επιτυχίες στη Δυτική Μακεδονία. Οι Βούλγαροι από την άλλη σημείωσαν σημαντικές νίκες στο Μπουνάρ Χισαρ και στο Λουλέ Μπουργκας, ενώ στις αρχές Νοεμβρίου επικέντρωσαν την επιθετική τους προσπάθεια εναντίον της Αδριανούπολης. Τον τακτικό στρατό μάλιστα ακολουθούσαν και κομιτατζήδες.
Μόλις ξέσπασε ο πόλεμος πολλοί τούρκοι κάτοικοι της Μακεδονίας άρχισαν να εγκαταλείπουν τις εστίες τους με ο,τι πρόσφορο μέσο διέθεταν προκειμένου να καταφύγουν στην Κωνσταντινούπολη ή τη Σμύρνη. (Εικόνα 1)
Στην εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» της 14-11-1912 δημοσιεύθηκε ανταπόκριση από την Κωνσταντινούπολη με ημερομηνία 13-11-1912 ότι «Το Γαλλικόν καταδρομικόν «JULIEN DE LA GRAVIERE» απέπλευσεν εις Δεδεαγατς όπου λέγεται ότι εξερράγησαν ταραχαί». Η ίδια είδηση δημοσιεύθηκε και στους NY TIMES της 27-11-1912 και στον Ελληνικό ΧΡΟΝΟ (17-11-1912).-
Τι είχε όμως συμβεί; Ας δούμε πως περιγράφει, με την ορθογραφία του πρωτοτύπου πλην του πολυτονικού, το περιστατικό ο Κώστας Γεραγας, ως αναπληρωτής Γενικός Διοικητής Θράκης στο βιβλίο του «Αναμνήσεις εκ Θράκης 1920-1922», όπως του το αφηγήθηκαν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της πόλης: «Επι τη προσεγγίσει του βουλγαρικού στρατού εις το Δεδε Αγατς αι τουρκικαί αρχαί εγκατέλιπον την πολιν και ετράπησαν προς συνάντησιν του εκ Γκιουμουλτζινης υποχωρούντος τουρκικού στρατού. (Εικόνα 2)

«Εικόνα 2: Στρατιώτες & πρόσφυγες φεύγοντας απο το Λουλέ Μπουργκας»

Εις το Δεδε Αγατς τότε εκτός των εντοπίων τούρκων, των οποίων ο αριθμός δεν υπερέβαινε τους 500, είχον καταφύγει και περί τους 800 εισέτι Μουσουλμάνοι, ιδία γυναικόπαιδα, εκ Δράμας και Γκιουμουλτζίνης και των πέριξ προς επιβίβασιν δια Κωνσταντινούπολιν και Σμύρνην. Οι πλείστοι τούτων ήσαν τοποθετημένοι εις το τουρκικόν σχολείον, ιδίως δε εις το τζαμίον, κείμενο σχεδόν εις το κέντρον της πόλεως (Εικόνα 3).

«Εικόνα 3: Το Τζαμι που ανατιναξαν οι Βούγλαροι στο κέντρο της πόλης απένατι απο την Ακαδημία»

Την εσπέραν της 6 Νοεμβρίου 1912 σώμα εξ 120 κομητατζήδων, πρωτοπορεία τακτικού στρατού, εισήλασε δια τριών σημείων εις την πόλιν. Οι κομιτατζήδες οδηγούμενοι και βοηθούμενοι και παρ’εγχωρίων Βουλγάρων προέβησαν κατά την νύκτα εκείνην και τας δυο επομένας ημέρας εις συστηματικήν κρεούργησιν των Τούρκων και λεηλασίαν της κινητής αυτών περιουσίας.
Προχωρούντες από οικίας εις οικίαν έφτασαν και εις το τζαμίον. Εκει αφού απεγύμνωσαν όλους και δεινως εκακοποίησαν τας οθωμανίδας, ανετίναξαν με βόμβας το τζαμίον, υπό τα ερείπια του οποίου ετάφησαν όλοι οι εντός αυτού στεγαζομενοι. Εις ουδένα επι απειλή τυφεκισμού επετρέπετο να πλησιάση και ανασύρει εκ των ερειπίων πολλούς ημιθανείς, των οποίων αι οδυνηραί επικλήσεις εξέσχιζον τα καρδίας των ακουόντων».
Οι φόνοι και η λεηλασία εξηκολούθησαν καθ’όλην την νύκτα παρεβιάσθησαν όλαι αι τουρκικαί οικίαι ιδίως δε αι των προκρίτων και των ευπόρων. Αι Οθωμανίδες έγιναν αντικείμενα πάσης ύβρεως και ατιμώσεως, πολλαί δε υπο τα όμματα συζύγων και οικείων, ως συνέβη με το δικηγόρον Τζεμάλ Βέην, οστις υπεχρεώθη να παρακολουθήση την σκηνήν του μαρτυρίου της κόρης του κρατών ανημμένας λαμπάδας.-
Μόνον όσοι Τούρκοι προέλαβον και εζήτησαν άσυλον εις την Μητρόπολιν, τα πλησίον αυτής σχολεία και εις ελληνικάς οικογένειας διέφυγον τον κίνδυνον.
Τας ωμότητας διεπίστωσε και προσωπική επι τόπου άμεσος έρευνα των αξιωματικών του καταπλεύσαντος γαλλικού πολεμικού «Julien de la Graviere» (Εικόνα 4), οι οποίοι έλαβον φωτογραφίας θυμάτων και ερειπίων.

«Εικόνα 4: Το Γαλλικό καταδρομικό Julien de la Graviere»

Μετά τινάς ημέρας ήλθον ανταποκριταί ευρωπαικών εφημερίδων, εν οις ο Μαγκρίνι του «Εσπερινού Ταχυδρόμου» και άλλοι Γάλλοι, οι οποίοι κατήγγειλαν τας θηριωδίας εις τον πεπολιτισμένον κόσμον. Ο Μαγκρίνι υπελόγισεν εις 500 τους κρεουργηθέντας Τούρκους.
Είχε μείνει όρθιος και μετά τας καταστροφάς ταύτας ο μιναρες ενός τζαμίου. Κατεκρήμνισαν και τούτον, το δε τζαμίον μετέβαλον εις εκκλησίαν, όπου ελειτούργει ο Βούλγαρος παπα Θεόδωρος, μέχρι της καταλήψεως της πόλεως υπο του ελληνικού στρατού κατά το θέρος του 1913…».
Πραγματικά ο L. Magrini επισκέφθηκε την πληγωμένη πόλη ως πολεμικός ανταποκριτής του «Σεκολο του Μιλάνου» και έγραψε σε τηλεγράφημα του στις 16 Ιουλίου 1913: «Μετέβην εις Δεδε–Αγατς μετά του Γάλλου Συνταγματάρχου κ. Λεπιντύ. Ηρώτησα τον Μητροπολίτην και τας θρησκευτικάς Αρχάς των Μουσουλμάνων, επίσης τον Γάλλον Υποπρόξενον κ. Τασελά. Η διήγησις αυτών περι των ωμοτήτων των διαπραχθεισών υπό των Βουλγάρων στρατιωτών και Αξιωματικών εμποιεί αλγεινήν εντύπωσιν. «Όταν οι Βούλγαροι κατέλαβον το Δεδέ–Αγατς, μας αφηγείται ο Πρόξενος της Γαλλίας, οι Βούλγαροι κομιτατζήδες κατέσφαξαν ανα τας οδούς 500 Μουσουλμάνους, εν οις και πολλάς γυναίκας. Επί τέσσερας ημέρας τα πτώματα έμειναν εις τας οδούς και οι Πρόξενοι ηναγκάσθηκαν να επέμβωσι και να σχηματήσωσιν Επιτροπήν , ίνα θάψη τα πτώματα και προληφθή ούτως ο κίνδυνος επιδημίας. Κατά την πρώτην περίοδον της κατοχής οι Μουσουλμάνοι υπέστησαν παντοειδείς βιαιοπραγίας εκ μέρους του Βουλγαρικού στρατού, κατά την δευτέραν περίοδον ήλθεν η σειρά του Ελληνικού πληθυσμού. Από 15 ημερών ο τρόμος επλανάτο επί του Δεδέ –Αγάτς»
Ας δούμε όμως τι έγραψε αργότερα και ο ίδιος ο τότε μητροπολίτης Αίνου και Δεδεαγατς Ιωακείμ που διέμενε στην πόλη όταν εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα: «..επι οκτώ ημέρας σκηναί αφαντάστου φρίκης εξετυλίχθησαν προ των ομμάτων μας…Επί οκτώ ημέρας πλέον των 400 πτωμάτων ευρίσκοντο εγκατεσπαρμενα εις τας οδούς της πόλεως ουδενός τολμώντος να επιληφθεί της ταφής των ή της περισυλλογής αυτών. Εν συνδυασμώ προς τας αγριότητας ταύτας ενηργήθη παρα των αθλίων τούτων γενική ατίμωσις των μουσουλμανίδων πάσης ηλικίας…Τόσον η υπ εμέ μητρόπολις όσον και όλαι αι ελληνικαί οικογένειαι έσπευσαν να προστατεύσωσιν εις τας οικίας των και να περισώσωσι μουσουλμανικάς οικογενείας. Ο περίβολος της ιεράς μητροπόλεως συνεκέντρωσε 3564 μουσουλμάνους και μουσουλμανίδας της πόλεως και των περιχώρων, ους έσωσα εκ της σφαγής και της ατιμώσεως δι’υπερανθρώπων προσπαθειών και με κίνδυνον αυτής της ζωής μου περιφρουρήσας και περιθάλψας αυτούς επι δέκα ημέρας εν τω ως άνω περιβόλω και τη ιερά Μητροπόλει, ως οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι ομολογούσιν….»
Το θέμα πάντως έφτασε και στο Βρετανικό Κοινοβούλιο από τα πρακτικά του οποίου μαθαίνουμε ότι στις 28-1-1913 ο Lieut-Colonel Walter Guinness ερώτησε τον υπουργό των εξωτερικών Εδουάρδο Γκρέυ, (Edward Gray, 1862- 1933), «αν τα ακόλουθα εικαζόμενα γεγονοτα σε σχέση με την κατάληψη του Δεδεαγατς από τους Βούλγαρους έπεσαν στην αντίληψη του, ότι δηλαδή πάνω από 50 σπίτια με τους κατοίκους τους και ένα τζαμί που περιείχε 300 πρόσφυγες ανατινάχθηκαν με δυναμίτη, ότι 3000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά σφάχθηκαν κατά τη διάρκεια 13 ημερών, ότι στο γειτονικό χωριό των Φερών (Ferejik) πάνω από 500 μουσουλμάνοι δολοφονήθηκαν, επίσης αν θα ζητήσει αναφορά από το Βρετανό υποπρόξενο στο Δεδεαγατς και εφόσον αυτές οι δηλώσεις αποδειχθουν αν θα κάνει (ο υπουργός) επείγουσα παράσταση διαμαρτυρίας στη Βουλγαρική κυβέρνηση να βάλει τέλος σε τέτοιου είδους ωμότητες».
Ο Βρετανός υπουργός των εξωτερικών απάντησε διπλωματικά: «Όπως ανέφερα σε προηγούμενη απάντηση στις 9 Ιανουαρίου, οι αναφορές αναφορικά με το σεβασμό των μουσουλμάνων κατοίκων των κατεχόμενων από τους Σέρβους και τους Βούλγαρους περιοχών δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αυθεντικές στις λεπτομέρειες. Ενόψει όμως των προσφάτων πληροφοριών που δείχνουν ότι οι αναφορές δεν ήταν χωρίς καμία βάση , προέβην στην ενέργεια που ανέφερα στην από 16 Ιανουαρίου απάντηση μου…Προς το παρόν τίποτα δεν έχω να προσθέσω εκτός από το ότι ο Βούλγαρος Πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι καμία βιαιοπραγία δεν διεπράχθη από τον Βουλγαρικό τακτικό στρατό και ότι κάθε τέτοια ενέργεια από ομάδες βουλγάρων ήταν αντίθετη με τις ισχύουσες οδηγίες του Στρατηγείου».-

«Εικόνα 5: Βούλγαροι κομιτατζήδες»

Στο φύλλο της 2ας Απριλίου 1913 της εφημερίδας της Καινιξβέργης δημοσιεύθηκε η από 24 Μαρτίου (1913) αναφορά Γερμανού ναυτικού για τα προηγηθέντα γεγονότα «…Την Τετάρτην μεσημβρινήν ώρα αφίκοντο αυτόθι 150 κομιτατζήδες. (Εικόνα 5) Εύρον φρουράν τελείως απροετοίμαστον και πλείστους εχθρικώς προς αυτήν διατεθειμένους βοηθούς. Εις τον σταθμόν αντέστησαν αυτοίς τω όντι Τούρκοι στρατιώται καταβληθέντες αμέσως και ήδη κατά την ακμήν της μάχης παρήχθη τρομερά σφαγή, ην ούτε γυναίκες, ούτε παιδία διέφυγον…..»
Στην Αυστραλιανή εφημερίδα «RIVER ARGUS» στο φύλλο της 3-12-1912 αναφέρει σε μετάφραση: «Άγρια αντίποινα. Μια ομάδα από 130 βούλγαρους κομιτατζήδες κατέλαβαν το Δεδεαγατς. Ένας πυροβολισμός από ένα τζαμί με υψωμένη λευκή σημαία είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο αρχηγός των Βουλγάρων και ακολούθησε σφαγή. Το τζαμί κατεδαφίστηκε με βόμβες και η τουρκική συνοικία λεηλατήθηκε ενώ 500 μουσουλμάνοι πυροβολήθηκαν επιτόπου».-
Ποια είναι όμως και η άποψη των Βουλγάρων για το περιστατικό; Ο υπολοχαγός R. Wadham Fisher ο οποίος ήταν βρετανός εθελοντής στο 5ο τάγμα της «Μακεδονικής» Λεγεώνας (κομιτατζήδες) μας πληροφορεί : «μια απότομη μάχη έλαβε χώρα έξω από την πόλη μεταξύ της λεγεώνας και του στρατού του Javer Pacha, οπουδήποτε τα τουρκικά χωριά έδειχναν λευκή σημαία τα στρατεύματα μας απαγορεύονταν να περάσουν μέσα από αυτά. Οι άνδρες μας είχαν ενοχληθεί πολύ από τις αναφορές των βιαιοπραγιών που διεπράχθησαν από τους Τούρκους στους Βουλγάρους δίπλα στην Gumurjina (Κομοτηνή). Μπήκαμε στο Dede-Agatch κάτω από πυρά γύρω στις 9 μ.μ ύστερα από ολοήμερη πορεία και μάχη. Ο Javer Pacha επέμενε να αποσυρθεί στην πόλη και ήμασταν υποχρεωμένοι να τον καταδιώκουμε. Οι σφαίρες εξακολουθούσαν να σφυρίζουν ανάμεσα στους δρόμους, αλλά οι ντόπιοι έλληνες, βγήκαν έξω να μας δείξουν τις θέσεις των τούρκων στρατιωτών. Οι έλληνες φοβόντουσαν μια σφαγή και θεωρούσαν τον ερχομό μας ως σωτηρία τους. Είδα κάτι κατά το ψάξιμο για όπλα ότι κανείς δεν τραυματίσθηκε. Στις 11 μ.μ. λάβαμε διαταγή να αφήσουμε την πόλη και να πορευτούμε σε ένα χωριό 25 χλμ μακριά. Γύρω στους 150 άνδρες έμειναν στην πόλη είτε γιατί δεν έφτασε σε αυτούς η διαταγή είτε γιατί ήταν πολύ εξουθενωμένοι για να την εκτελέσουν. Κανένας αξιωματικός δεν ήταν ανάμεσά τους και είχαν οργανωθεί από έναν στρατιώτη ονόματι Stefan Boichev... Ο Έλληνας επίσκοπος αργότερα δήλωσε ότι ο Stefan Boichev είχε προσφέρει καλές υπηρεσίες στην αποκατάσταση της τάξης. Στις 19 Νοεμβρίου η χαμηλή τάξη των ελλήνων και στρατιώτες άρχισαν από κοινού να λεηλατούν την πόλη. Ένας σοβαρός αριθμός ντόπιων τούρκων αναμφίβολα σκοτώθηκε. Αυτές οι υπερβολές οφείλονται στην απουσία των αξιωματικών.»
Ο βούλγαρος Δήμαρχος του Dede-Agatch, Boris Monchev, επιβεβαίωσε την κατάθεση του Fisher. Ο Monchev πίστευε ότι «δεν σκοτώθηκαν πάνω από 20 τούρκοι» και επέμενε «ότι οι ντόπιοι Αρμένιοι χαμάληδες του λιμανιού έπαιξαν τον κύριο ρόλο στις ταραχές. Υπήρχαν 8000 πρόσφυγες, από τους οποίους όλοι οι άνδρες ήταν οπλισμένοι και είχαν πάρει μέρος στη μάχη έξω από την πόλη μεταξύ 7-9 μ.μ. Ύστερα από την πρώτη καταστροφική βραδιά επιδιώχθηκε να διατηρηθεί η τάξη μέσα στην πόλη από μια επιτροπή που περιλάμβανε τον Έλληνα Επίσκοπο και τον ίδιο (τον Monchev). Οι 142 «μακεδόνες» εθελοντές (κομιτατζήδες) υπάκουσαν στις εντολές τους. Ο βουλγαρικός στρατός επέστρεψε στην πόλη 6 ημέρες μετά στις 25 Νοεμβρίου και η τάξη είχε πλήρως αποκατασταθεί. Το διαβόητο γεγονός της δολοφονίας του Riza Bey, του τούρκου αυτοκρατορικού επιτρόπου της γραμμής του ενωτικού σιδηροδρόμου πρέπει να εξηγηθεί από το γεγονός ότι καθώς τον οδηγούσαν αιχμάλωτο στο σχολείο προσπάθησε να αρπάξει το όπλο ενός εθελοντή και σκοτώθηκε από τον εθελοντή επιτόπου.»
Σύμφωνα πάντως με τον υπολοχαγό Hermenegild Wagner, πολεμικό ανταποκριτή της εφημερίδας «REICHSPOST» στο βιβλίο του «With the victorious Bulgarians», που εκδόθηκε το 1913, μια κολώνα του βουλγαρικού στρατού που κατέβαινε από τη δεξιά όχθη του ποταμού Έβρου συνεπλάκη στις 9 Νοεμβρίου 1912 στο Dede-Agatch με τον τουρκικό στρατό, τον οποίο νίκησε κατά τη διάρκεια της νύχτας και κατέλαβε την πόλη. Επρόκειτο για την τρίτη Βουλγαρική Ταξιαρχία ιππικού με Διοικητή τον στρατηγό Taneff και η μάχη ήταν σκληρή. Από τον Αυστριακό πρίγκιπα Ludwig Windischgraetz που υπηρετούσε στην Ταξιαρχία αυτή μαθαίνουμε από το βιβλίο του «MY MEMOIRS», που εκδόθηκε το 1921, ότι έγινε μια μάχη σώμα με σώμα με χρήση χειροβομβίδων και ότι οι Βούλγαροι αναγκάστηκαν να φύγουν από την πόλη.

«Εικόνα 6: Τραίνο με τούρκους στρατιώτες σε υποχώρηση»

Μια άλλη κολώνα επιτέθηκε στην Gumurjina (Κομοτηνή), όμως ο τουρκικός στρατός κατάφερε να ξεφύγει με τραίνα (Εικόνα 6) και να κατευθυνθεί στις Φέρες, όπου άφησε ισχυρή οπισθοφυλακή, για να καλύψει την υποχώρηση (Εικόνα 7).

«Εικόνα 7: Τούρκοι στρατιώτες υποχωρώντας απο το μέτωπο»

Ο βουλγαρικός στρατός συνέχισε να καταδιώκει τους Τούρκους και έφτασε στις Φέρες, όπου και ήρθε σε επαφή με το βουλγαρικό ιππικό που ενεργούσε από τη δεξιά όχθη του ποταμού Έβρου. Οι τούρκοι από τις Φέρες μετακινήθηκαν στο χωριό Marhamli (θυμαριά) βόρεια του οποίου πήραν θέσεις μάχης. Στις 13 Νοεμβρίου 1912 τα βουλγαρικά στρατεύματα ήρθαν σε επαφή με τους τούρκους κατά των οποίων άνοιξαν πυρ με βαριά πυροβόλα. Η μάχη κράτησε μέχρι τις 2 το μεσημέρι όταν οι τούρκοι ύψωσαν λευκή σημαία και έθεσαν όρους για να διαπραγματευθούν. Τους όρους όμως που έθεσαν δεν δέχτηκαν οι Βούλγαροι και έτσι η μάχη συνεχίστηκε μέχρι τις 2 το μεσημέρι της 15ης Νοεμβρίου όταν οι τούρκοι συνειδητοποίησαν τη δύσκολη θέση τους και παραδόθηκαν. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν ο Mahomed Javer Pasha (Διοικητής του Στρατού του Cirdjali), ο Hamid Bey (αρχηγός του Επιτελείου) και οι συνταγματάρχες Fasil Bey και Emeuf Bey, διοικητές μεραρχιών. Οι εφημερίδες της εποχής (NY TIMES της 30-11-1912 και Povery Bay Herald της 4-12-1912) ανεβάζουν τον αριθμό των αιχμαλώτων σε 8.879 άνδρες, 252 αξιωματικούς και 2 στρατηγούς. Σύμφωνα μάλιστα με τις εφημερίδες η παράδοση οφειλόταν στην έλλειψη εφεδρειών ενώ γινόταν λόγος για τη σκληρή μάχη που είχε προηγηθεί της αιχμαλωσίας των Τούρκων.

«Εικόνα 8: Τουρκοι αξιωματικοί αιχμαλωτοι που στάλθηκαν απο το Διδυμότειχο στα σκαλιά της Ακαδημίας φρουρούμενοι απο Βούλγαρους στρατιώτες»

Οι τελευταίοι στάλθηκαν αρχικά στο Διδυμότειχο και έπειτα στο Δεδεαγατς. (Εικόνες 8, 9), εκτός από τους στρατηγούς που στάλθηκαν στις Σαράντα Εκκλησιές (Kirk Kilisse).

«Εικόνα 9: Τουρκοι αιχμάλωτοι της διαλυθείσας στρατιάς τουJ aver Pasha στο κέντρο της πόλης»

Εντωμεταξύ στις 15 Νοεμβρίου 1912 αποβιβάστηκαν στο Δεδεαγατς με τη βοήθεια μοίρας του Ελληνικού στόλου 13.000 Βούλγαροι στρατιώτες. (Η παραπομπή του Βουλγαρικού στρατού στο ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ στις 15 Νοεμβρίου του 1912.) Η μοίρα έφθασε στο Δεδεαγατς την 5ην πρωινή ώρα. Στο λιμάνι εξακολουθούσε να είναι αγκυροβολημένο το Γαλλικό καταδρομικό «Ζουλιέν δε λα Γκραβιέρ» (JULIEN DE LA GRAVIERE), το οποίο μόλις εισήλθε η μοίρα του Ελληνικού στόλου παρατεταγμένη κατά μέτωπο χαιρέτισε με κανονιοβολισμούς τη σημαία της ναυαρχίδας και μετά από λίγο αναχώρησε. Κάποιος Γάλλος ναυτικός που επέβαινε στο καταδρομικό ονόματι LOYIS έγραψε σε καρτ-ποσταλ που έστειλε από την πόλη μας πρίν αναχωρήσει:
«Προς Δαρδανέλια με μοίρα του Ελληνικού στόλου που περιμένει τα Τουρκικά καράβια. Πιθανόν από εδώ σε μερικές μέρες να πάμε στην Κωνσταντινούπολη. Η χώρα που βρισκόμαστε είναι πολύ ορεινή. Δεν ξέρεις που να χτυπήσεις γιατί είναι γεμάτη παγίδες. Οι τραυματίες έχουν μεταφερθεί σχεδόν όλοι εδώ. Η σημαία του ΕΡΥΘΡΟΎ ΣΤΑΥΡΟΥ κυματίζει παντού στην πόλη. Δεν έχω τίποτε άλλο προς στιγμήν να σου γράψω. Φίλησε για μένα τους BANTE & CHARLES. Σε φιλώ LOUIS.»
Οι αιχμάλωτοι παρέμειναν στην πόλη μας τουλάχιστο μέχρι και το Μάρτιο του 1913 αφού ο γερμανός ναυτικός που είδαμε προηγουμένως στις 24-3-1913 αναφέρει «Ήδη Τούρκοι αιχμάλωτοι και μεταξύ αυτών και αξιωματικοί βοηθούν ως εργάται ανθρακείς, ινα προμηθεύωσι τον βουλγαρικόν στρατόν. Πολλοί πληγωμένοι αποστέλλονται ενταύθα και καθ’εκάστην βλέπει τις νέα νοσοκομεία του ρωσσικού και βουλγαρικού ερυθρού σταυρού…»
Με αίμα δυστυχώς καταγράφηκε στην ιστορία της πόλης μας η απελευθέρωση της από τον Οθωμανικό ζυγό το 1912. Άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο, μαύρο και σκοτεινό όμως, γιατί η νέα κατοχή και ο A παγκόσμιος πόλεμος που ακολούθησε ύστερα από λίγο είχαν ως αποτέλεσμα την οικονομική παρακμή της και την ερήμωσή της. Το αρχειακό υλικό εκείνης της περιοδου, φωτογραφίες, εφημερίδες καθώς και αυθεντικές προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και τα κατέγραψαν στο τύπο της εποχής ή σε βιβλία που εκδόθηκαν στην συνέχεια, αυτό αποδεικνύουν.

ΠΕΤΡΟΣ Γ. ΑΛΕΠΑΚΟΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ - ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ

Βιβλιογραφία
1. Report of the International commission to inquire into the causes and conduct of the Balkan wars (1914)
2. ΘΡΑΚΗ ΜΟΡΦΕΣ & ΓΕΓΟΝΟΤΑ 1902-1922, Κ. Παπαθανάση-Μουσιοπουλου, 1991
3. Αναμνήσεις εκ Θράκης 1920-1922, Κ. Γεραγας
4. ΘΡΑΚΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ 1912-1920, Πέτρου Γεωργαντζή
5. With the Turks in Thrace / by Ellis Ashmead-Bartlett, special correspondent of the "Daily telegraph" in collaboration with Seabury Ashmead-Bartlett. London, 1913
6. Η ΘΡΑΚΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΔΙΟΙΚΗΣΙΝ, Δημ. Σβολόπουλος (1922).
7. With the victorious Bulgarians, by Hermenegild Wagner, Houghton Mifflin Company (Boston, New York), 1913
8. My memoirs, Windisch-Graetz, 1921
9. αρχείο Εφημερίδων: NY TIMES(30-11-1912), Povery Bay Herald (4-12-1912) Σεκολο του Μιλάνου, «Εσπερινού Ταχυδρόμου, «ΕΜΠΡΟΣ» (14-11-1912), NY TIMES (27-11-1912) «REICHSPOST» και ΧΡΟΝΟΣ (17-11-1912).
10. φωτοαρχείο Γεωργίου Π.Αλεπάκου.